με τον Θανάση

Παπακωνσταντίνου συζητά ο Στέλιος Ελληνιάδης

¨Κινούμαστε στη ζωή όπως οι σταγόνες της βροχής όταν πέφτουν κάτω στο χώμα¨
x-defaultΘανάση, θυμάμαι που με πήρες τηλέφωνο για το «Σαμάνο», με αφορμή τις φωτογραφίες μου που βρήκες σε ένα ημερολόγιο για την Κάτω Ιταλία που είχε εκδώσει ο Πέτρος Κακολύρης.Έχω βγει 7-8 φορές στο εξωτερικό, οι 5-6 είναι στην Ιταλία. Κάτι με τραβάει εκεί κι ακόμα περισσότερο η Νότια Ιταλία. Θεωρώ δε τα τραγούδια της Κάτω Ιταλίας εξαιρετική περίπτωση, τόσο τα ελληνόφωνα όσο και τα ιταλικά, τα ναπολιτάνικα.Έγραψες και το «Ασπρομόντε», το Άσπρο Βουνό, στην Καλαβρία. Πήγες στο Βούα και στο Γκαλιτσιανό;Στο Ασπρομόντε, ψάξαμε να βρούμε διάφορα ελληνόφωνα χωριά, εγκαταλελειμμένα και μπήκαμε στο χάος· δεν υπήρχε κανείς και μας τελείωνε η βενζίνη· λέγαμε ότι θα αφήσουμε τα κόκαλά μας εκεί. Πήγαμε να βρούμε το χωριό το Ροχούδι και συναντάμε ένα βοσκό που μας λέει, πού πάτε, ρε παιδιά; Κι έκανε το σταυρό του, είπε Μαντόνα μία, και γύρισε στα πρόβατά του. Όλα αυτά στάθηκαν αφορμές για να γράψω το τραγούδι.Προσπαθώ να σε ανιχνεύσω μέσα από τα λεγόμενά σου, εκτός από τα τραγούδια, γιατί πολλές φορές βρίσκω μερικά κλειδάκια που αποκρυπτογραφούν μερικά τραγούδια που φαίνονται εν πρώτοις δυσνόητα. Έχεις πει σχετικά, ότι έχει σημασία να παρατηρεί κανείς και να εντοπίζει μικρές λεπτομέρειες, το βλέμμα να σκαλώνει σε κάτι.

Ναι. Η παρατήρηση του ασήμαντου είναι στα όρια της ποίησης. Με λίγο ταλέντο η παρατηρητικότητα μπορεί να οδηγήσει στην ποίηση. Με την έννοια ότι όσο πιο πολύ παρατηρείς αυτό που για τους άλλους είναι ασήμαντο και δεν του δίνουνε καμία σημασία, αυτό μπορεί να αναδειχθεί σε ποίηση.

Έχεις μια ελευθερία η οποία φαίνεται από τον τρόπο που επιλέγεις τη θεματολογία σου. Παίρνεις ένα στίχο από έναν Τσέχο ποιητή και πάνω εκεί φτιάχνεις ένα τραγούδι. Ή πας στον Οκτάβιο Πας, ένα Μεξικάνο, το οποίο επίσης έχεις κάνει στον τελευταίο σου δίσκο. Απ’ αυτό μέχρι μια βόλτα στο Ροχούδι, ένα θέμα, σημαντικό ή ασήμαντο, το αξιολογείς και κάνεις ένα τραγούδι.

Αυτό με αξιολογεί.

Σου κάνει ένα κλικ και αρχίζει κάτι από μέσα σου; Τι είναι αυτό;

Κανείς δεν ξέρει, είναι μυστήριο και απλά αρχίζει μια αναμόχλευση που οδηγεί σε μια υπερδιέγερση της σκέψης κι αυτή είναι, κατά τη γνώμη μου, η έμπνευση. Μια υπερδιέγερση του νου.

Τρεις δρόμοι για ένα τραγούδι

Ξεκινάς από το στίχο ή τη μουσική; Ο Άκης Πάνου έλεγε ότι ο στίχος είναι αυτός που τον παρακινεί για να βγει η μουσική.

Δεν έχω στεγανά. Υπάρχουν τρεις βασικοί δρόμοι για να γίνει ένα τραγούδι. Ο ένας είναι να βάλεις μουσική πάνω στο στίχο. Ο άλλος είναι να υπάρχει μουσική και να προσπαθήσεις εκεί να βάλεις στίχο. Αυτό είναι λίγο πιο επικίνδυνο, επειδή η μουσική είναι κάτι πιο ακαθόριστο· θα πρέπει να είσαι πολύ εύστοχος για να βάλεις τα κατάλληλα λόγια. Θα πρέπει να μπεις πολύ μέσα στην ατμόσφαιρα της

μουσικής. Αντιθέτως, όταν δουλεύεις πάνω σε στίχο, επειδή είναι πιο καθορισμένος, πιο εύκολα μπορείς να βάλεις την κατάλληλη μουσική. Και ο τρίτος δρόμος, ο πιο αποτελεσματικός, είναι όταν πάνε μαζί, το ένα με το άλλο, να μπλέκονται μεταξύ τους, να ξεκινήσεις με μία μουσική φράση, ανολοκλήρωτη, ή με μία γραπτή φράση, επίσης ανολοκλήρωτη. Αυτό δημιουργεί ένα μικρό σύμπαν γύρω του, ένα περιβάλλον, που μπορεί να σε οδηγήσει σε μια μουσική φράση, αυτή με τη σειρά της να πάει πιο κάτω το στίχο, ο στίχος που θα προχωρήσει να πάει πιο κάτω τη μουσική κι έτσι πλέκονται τα δυο μεταξύ τους και το αποτέλεσμα είναι σχεδόν πάντα καλό, γιατί υπάρχει συναισθηματική συνάφεια· επειδή βγαίνουν μαζί, το ένα τραβάει το άλλο.

Και όταν δίνεις στίχο, στον Μάλαμα ή στον Βασίλη Παπακωνσταντίνου, π.χ. τον «Μαύρο Γάτο», γράφεις το στίχο μόνο του ή πάνω στη μουσική που σου δίνουν;

Αυτοί πήρανε τα στιχάκια και μετά γράψανε τη μουσική.

Βγάζεις ένα προσωπικό δίσκο κάθε δύο, τρία χρόνια. Αφήνεις υλικό απ’ έξω;

Ξεκινάω με περισσότερα κομμάτια, αλλά στην πορεία, το ίδιο το υλικό, το ηχητικό αποτέλεσμα, κάποια τα ξεβράζει. Και στον τελευταίο δίσκο υπάρχουνε δύο κομμάτια ορχηστρικά τα οποία δεν μπήκανε γιατί δεν ταιριάζανε με το υπόλοιπο, αλλά θα τα βάλω σαν δώρο όταν θα βγάλω το βινίλιο.

Στο «Σαμάνο», έχεις κι ένα τραγούδι για τον Σαμάνο, που το ερμηνεύει ο Σαββόπουλος. Κάποιοι νόμισαν ότι αναφέρεται στο σαμανισμό.

Κάνω ένα λογοπαίγνιο. Όντως, το τραγούδι Φορτίνο Σαμάνο είναι ένα κεντρικό κομμάτι του δίσκου και τον παρομοιάζω και με σαμάνο, επειδή είναι το όνομά του έτσι.

Κι αυτό από μια παλιά φωτογραφία σου προέκυψε.

Είναι μια φοβερή ιστορία. Φοβερή ιστορία είναι ο ίδιος ο Φορτίνο Σαμάνο, όπως φοβερές είναι οι ιστορίες όλων των ανθρώπων που δώσαν την ύπαρξή τους για να περνάμε εμείς καλά, για να είμαστε τώρα εδώ και να συζητάμε. Δεν το χωράει το μυαλό μας, αλλά είναι αυτοί οι άγιοι που ονομάζω, που δεν βρήκανε ποτέ μέρα για να γιορταστούν.

Σε αντίθεση με τους αγιογδύτες που μας περιβάλλουν, έτσι;

Εννοείται! Παλιά, διάβαζα αρκετά εφημερίδες. Η Ελευθεροτυπία, στις καλές της εποχές, δημοσίεψε μια συνέντευξη ενός σπουδαίου Βραζιλιάνου φωτογράφου, του Σαλγκάδο, ο οποίος ασχολείται με το φωτορεπορτάζ. Ο ίδιος παρέθετε πέντε φωτογραφίες που κατά τη γνώμη του ήταν σπουδαίες. Η κλασική φωτογραφία του αντάρτη στην Ισπανία του ’36 που τον χτυπάει η σφαίρα· το φιλί που δίνει ένα ζευγάρι στο Παρίσι· το Ζέπελιν που καίγεται και μια συνταρακτική φωτογραφία στη Ρωσία, όπου μια μάνα κλαίει το γιο της που έχει σκοτωθεί απ’ τους Γερμανούς. Και η πιο αδιάφορη κατ’ εμέ φωτογραφία ήταν ενός τύπου, ψηλού ξερακιανού, οποίος κάπνιζε ένα τσιγάρο, πουράκι, με καφέ χαρτί απ’ έξω, με το ένα του πόδι χαλαρό και πίσω του ένα τοίχο, με τσιμεντόλιθα που ανάμεσα υπήρχαν βρύα. Και λέω, σιγά τη φωτογραφία. Κι εγώ βγάζω τέτοιες. Και μετά διαβάζω τη λεζάντα που λέει ότι ο Φορτίνο Σαμάνο, Μεξικανός επαναστάτης, το χίλια εννιακόσια είκοσι-τόσο, καπνίζει το τελευταίο τσιγάρο πριν την εκτέλεσή του!

Μπροστά στο απόσπασμα το οποίο δεν φαίνεται στη φωτογραφία!

Ανατριχιάζω και τώρα. Ο Σαλγκάδο λέει ότι βλέπουμε έναν άνθρωπο σε απόλυτη ειρήνη με τον εαυτό του και με τους άλλους. Αυτό κάθισε μέσα μου, έσκαψε, και κάποια στιγμή έγραψα τα στιχάκια· στην πρώτη στροφή βάζω τον Φορτίνο Σαμάνο να σκέφτεται, στη δεύτερη βάζω κάποιον από το εκτελεστικό απόσπασμα να σκέφτεται και στην τρίτη κάνω την υπέρβαση και βάζω το τσιγάρο να σκέφτεται.

Ρεαλισμός και ουτοπία

Θανάση, πώς βλέπεις τον ΣΥΡΙΖΑ;

Πώς βλέπω τον ΣΥΡΙΖΑ…; Λοιπόοον…

Είναι η πιο δύσκολη ερώτηση που σου κάνω σήμερα;

Νομίζω πως ναι. Προσωπικά δεν πιστεύω ότι κομματικοί μηχανισμοί μεγάλου μεγέθους, όπου οι άνθρωποι δεν κοιτάνε στα μάτια ο ένας στον άλλον όταν συζητάνε, ότι μπορεί να κάνουν κάτι, ν’ αλλάξουν δραματικά την κατάσταση των πραγμάτων. Πιστεύω, βεβαίως, ότι πολλοί σχηματισμοί έχουν μια καλή διάθεση για ν’ αλλάξουν την κοινωνία προς το καλύτερο. Όχι μόνο ο ΣΥΡΙΖΑ. Και πολλοί άλλοι. Το ζήτημα είναι να μη γίνεται αδερφοκτόνος μάχη, να μη φτάνουμε στη μισαλλοδοξία, όπου ο καθένας θεωρεί ότι ο δικός του δρόμος είναι ο μοναδικός κι ότι όλοι οι άλλοι είναι για τα σκουπίδια. Και μπορώ να πω ότι προτιμώ να με κυβερνάει ο Κατρούγκαλος, ο οποίος με συγκίνησε όταν είδα στο youtube μια κουβέντα που έγινε για τη βία στην εκπομπή του Πρετεντέρη, όπου πέσανε όλα τα κοράκια πάνω του και τους κατατρόπωσε, παρά ο Γεωργιάδης.

Δεν σκέφτηκες προς στιγμήν ότι ένα μέρος από τους ανθρώπους που σ’ αγαπάνε και σε παρακολουθούν από κοντά, μπορεί να αισθανθεί λίγο άβολα;

Μα ήδη γίνεται αυτό. Είχα παίξει και πριν από μερικά χρόνια στο φεστιβάλ της νεολαίας του Συνασπισμού και είχαν έρθει τότε από τον αντιεξουσιαστικό χώρο κάποιοι να κάνουνε φασαρίες.

Εντάξει, κι απ’ αυτό το χώρο έχω φίλους και ξέρω ότι πολλοί, με ένα ρεαλιστικό τρόπο, χωρίς αυτό να πηγαίνει κόντρα στις ιδέες τους, στις εκλογές ψήφισαν ΣΥΡΙΖΑ.

Είμαι σίγουρος γι’ αυτό. Είναι και το εξής! Εγώ είμαι και σε μια μεγάλη ηλικία· πόσο θα ζήσω ακόμα; 15, 20, 30 χρόνια, αν όλα πάνε καλά; Δεν μπορώ να περιμένω να πραγματοποιηθεί η μεγάλη ουτοπία. Δηλαδή, ας είναι και λίγα πράγματα. Ας γίνει η κατάσταση και λίγο πιο ανθρώπινη. Κι εκεί μέσα θα ευδοκιμήσουν και τα υπόλοιπα λουλούδια. Αυτή είναι η αίσθησή μου. Είμαι σίγουρος ότι πολλοί απ’ αυτούς που δεν θα ψηφίσουν στις εκλογές γενικά από θέση, νομίζω ότι αν τα πράγματα παραμείνουν ως έχουνε, θα στεναχωρηθούνε.

Μάλλον είναι σωστή η προσέγγισή σου αν και είσαι άνθρωπος της ουτοπίας. Θέλεις να υπάρχει ένα όραμα μακρινό, ας είναι και απλησίαστο, κατά πως τα λέει ένας ποιητής στον οποίο έχεις αναφερθεί.

Εγώ δεν μπορούσα να διαχειριστώ αυτό το ζήτημα της ουτοπίας, αλλά αυτός ο Αργεντίνος λέει ότι η ουτοπία είναι σαν τον ορίζοντα. Προσπαθείς να τον φτάσεις, ποτέ δεν τον φτάνεις τον ορίζοντα, αλλά εντωμεταξύ καταλαβαίνεις ότι έχεις προχωρήσει.

Κι εμείς που είμαστε της δικής μας ουτοπίας, αλλά ταυτόχρονα είμαστε και ρεαλιστές, που σημαίνει ότι κοιτάμε αν υπάρχουν οι προϋποθέσεις για να γίνει η ουτοπία πραγματικότητα, αυτό μας παρακινεί και είναι επίσης ευγενές.

Δεν συμφωνώ. Ρεαλιστές είναι αυτοί που θέλουν τα πράγματα να παραμείνουν ως έχουν. Αυτοί είναι μια μερίδα του κόσμου, η μεγάλη, η συντηρητική. Υπάρχουν και οι οραματιστές, που με τον τρόπο του ο καθένας προσπαθεί αυτή τη μέτρια πραγματικότητα που ζούμε, την άθλια, να τη μετατρέψει σε κάτι καλύτερο.

Εγώ αισθάνομαι ότι διατηρώ το όραμά μου, αλλά πατάω και στη γη. Έχω μια επαφή με την πραγματικότητα και με τους ανθρώπους. Διακρίνω τις δυνατότητες που έχω και που έχουμε για να υλοποιήσουμε την ουτοπία.

Τραγούδια με βάθος

Τα καινούργια σου τραγούδια έχουνε ξαφνιάσει αρκετούς, γιατί διάβασα διάφορα σχόλια στο διαδίκτυο για το δίσκο σου «Πρόσκληση σε δείπνο κυανίου» (παραγωγή ΑΧΟΣ, διανομή MLK).

Αντιφατικά.

Υπάρχουν αυτοί που τους άρεσαν από την πρώτη στιγμή και οι άλλοι που έχουν μια αμηχανία. Έχεις ξεφύγει από το στενό κύκλο των ανθρώπων που κάποτε σε άκουγαν. Κι ας επιμένεις ότι είναι λίγοι αυτοί που σε ακούνε.

Σχεδόν τους ξέρω όλους με το μικρό τους όνομα!

Νομίζω ότι η επιρροή σου, το εύρος σου το καλλιτεχνικό, ξεφεύγει απ’ αυτό τον στενό κύκλο και μπαίνει μέσα στα σπίτια.

Στέλιο, ο χρόνος θα τα δείξει όλα. Ο σταυρωτής.

Αν έχει διευρυνθεί το ακροατήριό σου πάρα πολύ, γιατί αντί να βρεις μια φόρμουλα πιο βατή, προχωράς σε ένα δρόμο που είναι πιο δύσβατος;

Είναι η προσπάθειά μου να πάω στο βάθος των πραγμάτων· δεν με ενδιαφέρει η επιφάνεια, καθόλου, μα καθόλου! Η ουσία στην τέχνη είναι να καταβυθιστείς όσο πιο βαθιά γίνεται στο συλλογικό ασυνείδητο και μέσα από κει να αναδειχθούν καινούργια συναισθήματα, να βγει στην επιφάνεια το μυστήριο της ύπαρξης, όχι να γίνει κατανοητό, να γίνει πιο καθαρό. Εμένα δεν μ’ ενδιαφέρει η κατανόηση στην τέχνη. Με ενδιαφέρει το βίωμα. Αυτό μπορεί για κάποιους να είναι δύσκολο με την έννοια ότι οι περισσότεροι άνθρωποι, στην προσπάθειά τους για την επιβίωση, γίνονται κουρέλι, είναι κουρασμένοι, και μετά το μόνο που θέλουν είναι κάτι να τους αφήσει στην ησυχία τους. Ενώ η πραγματική τέχνη έρχεται και σε σκαλίζει· όσο πιο σημαντική είναι σε σκαλίζει όλο και πιο βαθιά, όλο και πιο οδυνηρά.

Δεν θέλεις να είναι όλα αυτονόητα. Θέλεις να αφήνεις ένα περιθώριο στον ακροατή να τα αναπλάθει μέσα του και με τις δικές του αντιλήψεις.

Εννοείται, εννοείται. Η λύτρωση στην τέχνη έρχεται μέσα απ’ αυτό. Όσο πιο πολύ βάζει ο δέκτης τον εαυτό του μέσα, τόσο πιο λυτρωτικό είναι αυτό. Πρέπει να κινηθείς μαζί, με τον άλλον, για να υπάρξει η συγκίνηση. Και όσα περισσότερα περιθώρια του αφήνεις τόσο το καλύτερο. Γι’ αυτό, η ποίηση, ο υπερρεαλισμός ή ο μαγικός ρεαλισμός, σου αφήνει περισσότερα περιθώρια από κάτι καθορισμένο. Όχι ότι και τα απόλυτα καθορισμένα στιχάκια δεν αξίζουν. Η παράδοση έχει και τη μία πλευρά, έχει και το μαγικό ρεαλισμό, έχει όμως και το συγκεκριμένο. Αν αυτό έχει τη δύναμη, μπορεί να σου ανοίξει το κεφάλι στα δύο.

Βρίσκω συγγένειες με τον Σαββόπουλο, τον οποίο επίσης όταν τον ακούγαμε στη δεκαετία του 1960 και του 1970, μας άρεσε και μας ξάφνιαζε χωρίς να καταλαβαίναμε όλα όσα έλεγε. Και όσο πιο μικρός ήσουνα σε ηλικία τόσο πιο δύσκολο ήταν, γιατί δεν είχες και τις εμπειρίες, τη μόρφωση και τις γνώσεις. Εκεί είναι και το σημείο που ξεφεύγεις από μια ομάδα καλλιτεχνών που προηγείται χρονικά, με επίκεντρο τον Νίκο Παπάζογλου. Ο οποίος Νίκος είναι από τους αγαπημένους μου. Και δικός σου, βεβαίως· έχετε κάνει συνεργασίες, με παραγωγό τον Νίκο, στο Αγροτικόν, στη Θεσσαλονίκη. Ο Νίκος, όμως, ακολουθεί το δρόμο της πιο παλιάς σχολής, παρ’ όλο που, μερικές φορές, με τους στίχους του Ρασούλη, ξέφευγε.

Η «Εκδίκηση της Γυφτιάς» είναι από τους πιο σημαντικούς δίσκους που έχουν υπάρξει. Και τα «Δήθεν», θα έλεγα. Όπως, επίσης, ο πρώτος δίσκος των Χειμερινών Κολυμβητών. Δηλαδή, είναι δύο-τρεις δίσκοι που ήτανε κορυφαίες περιπτώσεις, μετά την πτώση της χούντας.

Άφησες λίγο στην άκρη, στην τελευταία σου δουλειά, το μπουζούκι;

Σε αρκετές δουλειές το έχω αφήσει· δεν σημαίνει ότι περιφρονώ το μπουζούκι. Έχω ασχοληθεί και με την κατασκευή μπουζουκιών. Θα έρθει και η ώρα του. Έχω πάρα πολλά κομμάτια που κάθε φορά τ’ αφήνω λίγο στην άκρη, γιατί βγαίνουν πρώτα τα «σκουλήκια» που είναι πιο δύστροπα, που τσιμπάνε περισσότερο.

Θέμα τύχης!

Πάντως, όταν άρχισε να εκδηλώνεται αυτή η εντυπωσιακή αποδοχή της νεολαίας για τη δουλειά σου, είμαι απ’ αυτούς που κάπως αιφνιδιάστηκαν.

Εντάξει, είναι και ζήτημα τύχης· νομίζω ότι από τύχη γίναν αυτά. Υπάρχουν σημαντικοί δημιουργοί που δεν μπόρεσαν να βγουν στην επιφάνεια εξαιτίας της ατυχίας τους.

Της συγκυρίας, δηλαδή;

Της συγκυρίας, ναι. Πιστεύω ότι είμαι τυχερός άνθρωπος σ’ αυτό. Από την άλλη μεριά, πώς γίνεται, αυτά τα λόγια, που είναι πιο κοντά στο μαγικό ρεαλισμό, ν’ αγγίζουν τους νέους; Όπως είχε πει και ο Μαγκρίτ, ο σουρεαλισμός διεκδικεί για το ανθρώπινο μυαλό την ελευθερία που του στερεί η καθημερινότητα. Επειδή, λοιπόν, τα παιδιά είναι πολύ ευαίσθητα σ’ αυτό το θέμα, επειδή νιώθουν εγκλωβισμένα στα όρια του συστήματος, οτιδήποτε τους δίνει ελευθερία, όπως είναι ο υπερρεαλισμός, το αποδέχονται και το αγαπάνε.

Και πώς ερμηνεύεις αυτή την εμμονή, τη συνέχεια, τη σταθερότητα σ’ αυτή τη σχέση; Γιατί κι αυτά τα πρώτα παιδιά που ήτανε τότε 18 χρονών, μεγάλωσαν…

Υπάρχει αυτό το περίεργο. Μπορεί να συναντήσει κανείς ηλικίες 60 χρονών και 15, 16, 17, 18…

Έχει διευρυνθεί το ακροατήριό σου…

Δεν είναι, όμως, τόσο πολλοί! Πιο πολύ ντόρο κάνουνε!

Αναζητούν, λοιπόν, διεξόδους ελευθερίας, να μπορέσουν να εκφραστούν μέσα από κάποιον άλλον. Εξάλλου, μήπως όταν εμείς ακούγαμε τα ξένα τραγούδια που μας άρεσαν, καταλαβαίναμε τα λόγια;

Εγώ ακόμα και τώρα εξακολουθώ να μην τα καταλαβαίνω γιατί δεν ξέρω ξένες γλώσσες.

Όποιος πει ότι καταλάβαινε τον Μπομπ Ντίλαν στη δεκαετία του ’60, θα είναι ψεύτης. Κι όσοι ξέραμε καλά αγγλικά, ακόμα κι όταν είχαμε τους στίχους μπροστά μας, δυσκολευόμασταν, αλλά πιάναμε αυτό το αίσθημα! Της ελευθερίας, της φυγής, της διαμαρτυρίας, του προοδευτικού, του εναλλακτικού…

Ακριβώς! Υπάρχει ένα κομμάτι της ζωής μας που είναι ακατανόητο. Υπάρχει το κατανοητό που πάνω σ’ αυτό δουλεύει η επιστήμη, αλλά υπάρχει κι ένα μεγάλο μέρος ακατανόητο. Κι εκεί έρχεται η τέχνη να το κάνει όχι κατανοητό κατ’ ανάγκην, να το κάνει πιο βιώσιμο. Δηλαδή, να μην ταράσσεται ο άλλος. Όπως το μεγάλο ακατανόητο που είναι ο θάνατος. Ό,τι πιο ακατανόητο υπάρχει στη ζωή μας. Ο θάνατος είναι ο κινητήριος μοχλός της τέχνης.

Έχεις πει και για το φόβο.

Ο φόβος και ειδικά ο φόβος του θανάτου. Έρχεται η τέχνη να κάνει πιο οικείο αυτό το ζήτημα.

Στάση ζωής

Θανάση, επειδή οι άνθρωποι ακούνε με το μυαλό, έχει παίξει ρόλο ότι έχεις μια στάση ζωής. Και δεν εννοώ μόνο τις συμμετοχές σου στην εκδήλωση αλληλεγγύης στους ανθρώπους που αγωνίζονται στις Σκουριές ή σε ένα σωρό άλλες τέτοιες δραστηριότητες ή ακόμα και για το περιεχόμενο ορισμένων τραγουδιών σου, όπως αυτό το καταπληκτικό τραγούδι που έχεις στον καινούργιο δίσκο, για τους δύο Πακιστανούς που σκοτώθηκαν από το τρένο στο Κρυονέρι προσπαθώντας να ξεκολλήσουν ένα αυτοκίνητο ηλικιωμένων που είχε μείνει στις γραμμές. Αναφέρομαι και στο ότι παρέμεινες στο χωριό σου, στον Τύρναβο…

Τώρα ζω σε ένα ακόμα πιο μικρό χωριό, στην περιοχή του Νομού Λάρισας.

Έχεις κρατήσει γενικώς μία στάση η οποία πείθει τους ανθρώπους που έχουνε μπουχτίσει από τον καταναλωτικό τρόπο ζωής, απ’ αυτό το σίχαμα έτσι όπως έχει εξελιχθεί, για την ειλικρίνεια των προθέσεών σου, ένα πράγμα που το βρίσκει κανείς στον Καζαντζίδη και τον Άκη Πάνου· το γεγονός ότι κράτησαν μια στάση έπαιξε σημαντικό ρόλο στη δημιουργία της σχέσης τους με τον κόσμο. Και το γεγονός ότι δεν προσπάθησες να πουλήσεις, δεν προσπάθησες να γίνεις διάσημος. Πώς άντεξες σ’ αυτό τον πειρασμό;

Δεν τον είχα, αλλά δεν κοκορεύομαι γι’ αυτό. Κάθε στιγμή ο άνθρωπος κάνει το πιο εύκολο γι’ αυτόν. Κινούμαστε στη ζωή όπως οι σταγόνες της βροχής όταν πέφτουν κάτω στο χώμα. Τα ρυάκια γίνονται εκεί που το χώμα είναι πιο μπόσικο, πιο λαφρύ, που δεν είναι σφιχτό. Με τον ίδιο τρόπο κινούμαστε στη ζωή. Πάμε σε μια κατεύθυνση. Αν βρούμε ότι εκεί δεν μπορούμε να πάμε, γυρίζουμε πιο δίπλα. Κάθε φορά κάνουμε το πιο εύκολο για μας. Για μένα ήταν το πιο εύκολο αυτό. Δεν νιώθω ότι έκανα κάτι το δύσκολο.

Ναι, αλλά δεν είναι πάντα για ένα καλλιτέχνη μια πρόκληση η δόξα, η φήμη, η διάδοση της δουλειάς του;

Άμα ανοίξουνε το κούτελό μου, όταν θα βρουν τα κόκαλά μου, θα υπάρχει ακόμα μια σφραγίδα. Ένα μαρκάρισμα, όπως κάνουν οι καουμπόιδες για να ξέρουνε ποιες γελάδες είναι ποιανού. Εγώ έχω μια σφραγίδα εσωτερική, τη σφραγίδα της ματαιότητας. Αυτό ήταν και είναι που με οδηγεί σ’ αυτή τη στάση.

Φαίνεται ότι οι πιο ευαίσθητοι άνθρωποι τα πιάνουν όλα χωρίς καν να χρειάζεται κάποιος να τους τα κάνει λιανά.

Υπάρχει μεγάλη ευαισθησία στον κόσμο· μπορούν να πιάσουν μέχρι τελευταίας κεραίας οτιδήποτε έχεις νιώσει κι οτιδήποτε έχεις φανταστεί. Είναι φοβερό αυτό. Το ’χω τσεκάρει. Δεν αφορά μόνο εμένα. Πιστεύω ότι είμαστε όντα με πολύ μεγάλες δυνατότητες. Απλά, θλίβομαι γιατί έχει επικρατήσει η σκοτεινή πλευρά μας.

– See more at: http://www.e-dromos.gr/elliniadis-papakonstantinou/#prettyPhoto

FacebookTwitterGoogle+PinterestWordPressBlogger PostPrint