Ο Μύθος του Αντιπραγματισμού

fur-trading

Το 2ο κεφάλαιο του βιβλίου του David Graeber, Χρεός: τα πρώτα 5000 χρόνια

Για κάθε λεπτό και περίπλοκο ερώτημα
υπάρχει μια απλή και ξεκάθαρη απάντηση,
που είναι λαθεμένη.

H.L. Mencken

Ποια είναι η διαφορά μεταξύ μιας απλής υποχρέωσης, της αίσθησης ότι οφείλουμε να συμπεριφερθούμε με έναν ορισμένο τρόπο, ή ακόμη ότι οφείλουμε κάτι σε κάποιον, και ενός χρέους, κυριολεκτικά μιλώντας; Η απάντηση είναι απλή: το χρήμα. Η διαφορά μεταξύ του χρέους και της υποχρέωσης είναι ότι το χρέος μπορεί να προσδιοριστεί ποσοτικά με ακρίβεια. Κάτι τέτοιο, προϋποθέτει την ύπαρξη του χρήματος.

Δεν είναι μόνο το χρήμα που κάνει την ύπαρξη του χρέους δυνατή: το χρήμα και το χρέος εμφανίζονται στη σκηνή την ίδια ακριβώς στιγμή. Μερικά από τα πρώτα ντοκουμέντα που έχουν φτάσει μέχρι εμάς είναι μεσοποταμιακοί δελτοί που καταγράφουν πιστώσεις και χρεώσεις, δελτία τροφίμων που διένειμαν οι ναοί, χρωστούμενα ποσά για την ενοικίαση εδαφών του ναού, η αξία των οποίων προσδιοριζόταν ακριβώς σε σιτηρά και άργυρο. Μερικά από τα πιο πρώιμα έργα της ηθικής φιλοσοφίας, με τη σειρά τους, συνιστούν στοχασμούς πάνω στο τι σημαίνει να σκεφτόμαστε την ηθική ως χρέος – που σημαίνει, με όρους χρήματος.
Η ιστορία του χρέους, συνεπώς, δεν μπορεί παρά να είναι μια ιστορία του χρήματος –και ο ευκολότερος τρόπος να καταλάβουμε το ρόλο που έπαιξε το χρέος στην ανθρώπινη κοινωνία είναι να παρακολουθήσουμε απλώς τις μορφές που έχει πάρει το χρήμα, και τη χρήση που του έχει γίνει, στο πέρασμα των αιώνων– καθώς και των επιχειρημάτων που αναπότρεπτα αναπτύχθηκαν σχετικά με το νόημα όλων αυτών. Ωστόσο, αυτή η ιστορία του χρήματος είναι αναγκαστικά πολύ διαφορετική από αυτή που έχουμε συνηθίσει. Όταν, για παράδειγμα, οι οικονομολόγοι κάνουν λόγο για τις απαρχές του χρήματος, το χρέος θεωρείται πάντα κάτι σαν σκέψη που προέκυψε σε δεύτερο χρόνο. Πρώτα έρχεται ο αντιπραγματισμός, κατόπιν το χρήμα· η πίστωση αναπτύσσεται μόνο αργότερα. Ακόμη κι αν ανατρέξει κανείς σε βιβλία ιστορίας του χρήματος, ας πούμε στη Γαλλία, στην Ινδία ή στην Κίνα, αυτό που θα βρει εν γένει είναι μια ιστορία του νομίσματος, δίχως καμία σχεδόν αναφορά σε πιστωτικούς διακανονισμούς. Για έναν αιώνα περίπου, ανθρωπολόγοι σαν κι εμένα επισημαίνουν διαρκώς ότι υπάρχει κάτι εντελώς λανθασμένο σε αυτή την οπτική. Η επίσημη εκδοχή της οικονομικής ιστορίας έχει μικρή σχέση με οτιδήποτε συναντάς εξετάζοντας την πραγματική οικονομική ζωή στις υπαρκτές κοινότητες και τις αγορές, σχεδόν παντού – όπου το πιθανότερο είναι να ανακαλύψεις ότι όλοι χρωστάνε σε όλους με μια ντουζίνα διαφορετικούς τρόπους, και ότι οι περισσότερες συναλλαγές πραγματοποιούνται δίχως τη χρήση νομισματικών μονάδων.Ποιος είναι ο λόγος αυτής της ανακολουθίας;

Σε κάποιο βαθμό οφείλεται απλώς στη φύση των αποδεικτικών στοιχείων: τα νομίσματα σώζονται ως αρχαιολογικά ευρήματα, ενώ οι πιστωτικοί διακανονισμοί τις περισσότερες φορές δεν σώζονται. Το πρόβλημα, ωστόσο, είναι πιο περίπλοκο. Η ύπαρξη της πίστωσης και του χρέους συνιστούσε πάντοτε κάτι σαν σκάνδαλο για τους οικονομολόγους, επειδή είναι σχεδόν αδύνατο να προσποιούμαστε ότι αυτοί που δανείζονται και δανείζουν χρήματα ενεργούν στη βάση καθαρά «οικονομικών» κινήτρων (ότι το να δανείζεις σε έναν άγνωστο είναι το ίδιο πράγμα με το να δανείζεις στον ξάδερφό σου, για παράδειγμα)· δίδεται, γι’ αυτό το λόγο, η εντύπωση ότι είναι σημαντικό να καταπιαστούμε με την ιστορία του χρήματος σε ένα πλασματικό κόσμο απ’ όπου η πίστωση και το χρέος έχουν ριζικά εκλείψει. Πριν μπορέσουμε να εφαρμόσουμε τα εργαλεία της ανθρωπολογίας, για να ανακατασκευάσουμε την πραγματική ιστορία του χρήματος, θα πρέπει να καταλάβουμε που κάνει λάθος η συμβατική περιγραφή.
Οι οικονομολόγοι γενικότερα κάνουν λόγο για τρεις λειτουργίες του χρήματος: μέσο ανταλλαγής, μονάδα υπολογισμού, και μέσο διατήρησης της αξίας. Όλα τα εγχειρίδια οικονομίας πριμοδοτούν την πρώτη. Ιδού ένα αρκετά χαρακτηριστικό απόσπασμα από το Economics, των Case, Fair, Gärtner, και Heather (1996):

Το χρήμα είναι ζωτικής σημασίας, για να λειτουργήσει μια οικονομία της
αγοράς. Φανταστείτε πως θα ήταν η ζωή χωρίς αυτό. Το εναλλακτικό ενδεχόμενο
σε μια νομισματική οικονομία είναι ο αντιπραγματισμός, άνθρωποι
που ανταλλάσσουν απευθείας αγαθά και υπηρεσίες δίχως να μεσολαβεί το χρήμα.
Πως δουλεύει ένα σύστημα αντιπραγματισμού; Υποθέστε ότι θέλετε κρουασάν,
αυγά και χυμό πορτοκάλι για πρωινό. Αντί να πάτε στον μπακάλη και
να τα αγοράσετε με χρήματα, θα πρέπει να βρείτε κάποιον που τα έχει στη
διάθεση του και είναι πρόθυμος να τα ανταλλάξει. Θα πρέπει επίσης να έχετε
κάτι που να θέλει ο φούρναρης, ο προμηθευτής του χυμού και ο πωλητής
αυγών. Το να έχετε μολύβια να ανταλλάξετε δεν ωφελεί αν ο φούρναρης και
οι πωλητές χυμών και αυγών δεν τα χρειάζονται.
Ένα σύστημα αντιπραγματισμού προϋποθέτει μια αμφίπλευρη ζήτηση
της ανταλλαγής για να υπάρξει. Που σημαίνει ότι για να γίνει μια ανταλλαγή
δεν πρέπει απλώς να βρω κάποιον που να έχει αυτό που χρειάζομαι,
αλλά που να χρειάζεται κι αυτό που έχω εγώ. Εκεί όπου το εύρος των ανταλλάξιμων
αγαθών είναι περιορισμένο, όπως στις σχετικά πρωτόγονες οικονομίες,
δεν είναι δύσκολο να βρούμε κάποιον να κάνουμε ανταλλαγή, και η
χρήση του αντιπραγματισμού είναι συνηθισμένη.
[i]

Αυτό το τελευταίο επιχείρημα ελέγχεται, αλλά έχει διατυπωθεί με τόσο ασαφή τρόπο που είναι δύσκολο να το ανασκευάσεις.

Σε μια πολυσύνθετη κοινωνία με μεγάλο αριθμό αγαθών, η απευθείας ανταλλαγή
συνεπάγεται υπέρογκη προσπάθεια. Φανταστείτε να ψάχνετε για ανθρώπους
που πωλούν όλα αυτά τα πράγματα τα οποία αγοράζετε σε μια καθημερινή
σας βόλτα στον μπακάλη, και που, επιπλέον, δέχονται τα αγαθά
που εσείς προσφέρετε σε αντάλλαγμα.
Ένα προσυμφωνημένο μέσο ανταλλαγής (ή τρόπος πληρωμής) εξαλείφει
νοικοκυρεμένα το πρόβλημα της αμφίπλευρης ζήτησης.
[ii]


Είναι σημαντικό να τονίσουμε ότι όλο αυτό δεν παρουσιάζεται σαν κάτι που συμβαίνει πραγματικά, αλλά σαν μια διδακτική υπόθεση. «Για να διαπιστώσουμε ότι η κοινωνία επωφελείται από την ύπαρξη ενός μέσου ανταλλαγής», γράφουν οι Begg, Fischer και Dornbuch (Economics, 2005), «φανταστείτε μια οικονομία αντιπραγματισμού». «Φανταστείτε τη δυσκολία που θα υπήρχε σήμερα», γράφουν οι Maunder, Myers, Wall και Miller (Economics Explained, 1991), «αν έπρεπε να ανταλλάξετε απευθείας την εργασία σας για τους καρπούς της εργασίας ενός άλλου». «Φανταστείτε», γράφουν οι Parkin και King (Economics, 1995), «να έχετε κοκόρια και να θέλετε τριαντάφυλλα».[iii] Μπορούμε να παραθέσουμε αμέτρητα τέτοια παραδείγματα. Σχεδόν κάθε εγχειρίδιο οικονομίας που χρησιμοποιείται σήμερα πραγματεύεται το ζήτημα με τον ίδιο τρόπο. Ιστορικά, επισημαίνουν, γνωρίζουμε ότι υπήρξε μια εποχή όπου δεν υπήρχε το χρήμα. Πώς να ήταν άραγε; Ε, ας φανταστούμε μια οικονομία σαν τη σημερινή, δίχως το χρήμα. Αυτό δεν θα ήταν διόλου πρακτικό! Οι άνθρωποι θα πρέπει οπωσδήποτε να εφηύραν το χρήμα χάριν αποτελεσματικότητας.

Η ιστορία του χρήματος για τους οικονομολόγους ξεκινά πάντα με ένα πλασματικό κόσμο αντιπραγματισμού. Το πρόβλημα προκύπτει αν επιχειρήσει κανείς να προσδιορίσει την ακριβή θέση αυτής της φαντασίωσης στον χρόνο και τον χώρο: Μιλάμε άραγε για τους άνθρωπους των σπηλαίων, για τα Νησιά του Ειρηνικού, ή για την Άγρια Δύση; Ένα εγχειρίδιο, των οικονομολόγων Joseph Stiglitz και John Driffill, μας μεταφέρει κάπου που μοιάζει με φανταστική πόλη της Νέας Αγγλίας ή των Μεσοδυτικών Πολιτειών:

Μπορούμε να φανταστούμε έναν αγρότη παλιού τύπου να κάνει παζάρια
με τον σιδερά, τον ράφτη, τον μπακάλη και τον γιατρό στη μικρή του πόλη.
Για να δουλέψει ο απλός αντιπραγματισμός, απαιτείται μια αμφίπλευρη
ζήτηση… Ο Henry έχει πατάτες και θέλει παπούτσια, o Joshua έχει ένα παραπανίσιο
ζευγάρι παπούτσια και θέλει πατάτες. Αν τα αντάλλασσαν απευθείας,
θα έμεναν και οι δυο τους ικανοποιημένοι. Αλλά αν ο Henry έχει καυσόξυλα
και ο Joshua δεν τα χρειάζεται, τότε, για να τα ανταλλάξει με τα παπούτσια του
Joshua, θα χρειαστεί ένας απ’ τους δύο, ή και οι δύο, να ψάξουν για κάποιους άλλους
με την ελπίδα να κάνουν μια πολυμερή ανταλλαγή. Το χρήμα σου δίνει τη δυνατότητα να
απλοποιήσεις κατά πολύ την πολυμερή ανταλλαγή. Ο Henry πουλά τα καυσόξυλά
του σε κάποιον άλλο έναντι χρημάτων και χρησιμοποιεί τα χρήματα
που πήρε για να αγοράσει τα παπούτσια του Joshua.
[iv]

Και πάλι, πρόκειται ακριβώς για μια φανταστική γη που μοιάζει πολύ με την παρούσα, μόνο που το χρήμα έχει κατά κάποιο τρόπο εκλείψει. Εξαιτίας αυτού, δεν βγαίνει νόημα: Ποιος άνθρωπος με σώας τας φρένας θα άνοιγε μπακάλικο σ’ ένα τέτοιο μέρος; Και πώς θα εφοδιαζόταν με τα απαραίτητα είδη; Όμως, ας το αφήσουμε αυτό κατά μέρος. Υπάρχει ένας απλός λόγος που κάθε συγγραφέας ενός εγχειριδίου οικονομίας αισθάνεται την ανάγκη να μας πει την ίδια ιστορία. Για τους οικονομολόγους, η ιστορία αυτή είναι, με έναν πολύ απτό τρόπο, η πιο σημαντική ιστορία που ειπώθηκε ποτέ.
Αφηγούμενος την ιστορία αυτή, το σημαντικό έτος 1776, ο Άνταμ Σμιθ, καθηγητής της ηθικής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμο της Γλασκώβης, δημιούργησε ουσιαστικά την επιστήμη των οικονομικών.
Δεν σκαρφίστηκε ολόκληρη την ιστορία από μόνος του. Ήδη από το 330 π.Χ., ο Αριστοτέλης εικοτολογούσε με κάπως παρόμοιο τρόπο στην πραγματεία του περί πολιτικής. Στην αρχή, όπως υποστηρίζει, οι οικογένειες θα πρέπει να παρήγαν οι ίδιες ό,τι χρειάζονταν. Με τον καιρό, μερικές απ’ αυτές ειδικεύθηκαν, απ’ ό,τι φαίνεται, στην παραγωγή ενός συγκεκριμένου πράγματος· κάποιες καλλιεργούσαν καλαμπόκι, άλλες έφτιαχναν κρασί και στη συνέχεια τα αντάλλασσαν.[v] Το χρήμα, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, θα πρέπει να προέκυψε μέσα από μια τέτοια διαδικασία. Αλλά, όπως οι σχολαστικοί του Μεσαίωνα που επαναλάμβαναν ανά καιρούς την ίδια ιστορία, έτσι και ο Αριστοτέλης δεν ήταν ποτέ ξεκάθαρος με ποιο τρόπο ακριβώς συνέβη.[vi]
Στα χρόνια μετά τον Κολόμβο, όταν Ισπανοί και Πορτογάλοι τυχοδιώκτες όργωναν τον κόσμο ψάχνοντας νέες πηγές χρυσού και αργύρου, αυτές οι αόριστες ιστορίες εξαφανίστηκαν. Δίχως αμφιβολία, δεν υπήρξε ούτε ένας που να δήλωσε ότι ανακάλυψε μια γη όπου να κυριαρχεί ο αντιπραγματισμός. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς που ταξίδευσαν τον δέκατο έκτο και τον δέκατο έβδομο στις Δυτικές Ινδίες ή την Αφρική θεώρησαν ότι όλες οι κοινωνίες διέθεταν απαραιτήτως τις δικές τους μορφές χρημάτων, αφού κάθε κοινωνία είχε μια κυβέρνηση και κάθε κυβέρνηση έκοβε χρήματα.[vii]
Ο Άνταμ Σμιθ, από την άλλη, ήταν αποφασισμένος να ανατρέψει τη συμβατική σοφία της εποχής του. Πάνω απ’ όλα, αποδοκίμασε την αντίληψη ότι το χρήμα ήταν δημιούργημα της κυβέρνησης. Σ’ αυτό, ο Σμιθ υπήρξε πνευματικός κληρονόμος της φιλελεύθερης παράδοσης φιλοσόφων όπως ο Τζων Λοκ, που υποστήριξε ότι η διακυβέρνηση εγκαθιδρύεται από την ανάγκη να προστατευθεί η ατομική ιδιοκτησία και λειτουργεί καλύτερα όταν προσπαθεί να περιορίσει τον εαυτό της σ’ αυτόν τον ρόλο. Ο Σμιθ επέκτεινε το επιχείρημα, υποστηρίζοντας ότι η ιδιοκτησία, το χρήμα και οι αγορές όχι απλώς υπήρχαν πριν τους πολιτικούς θεσμούς, αλλά ότι αποτελούν το ίδιο το θεμέλιο της ανθρώπινης κοινωνίας. Συνεπώς, στο μέτρο που όφειλε η κυβέρνηση να παίξει οποιονδήποτε ρόλο στη νομισματική πολιτική, θα έπρεπε να περιοριστεί στο να εγγυάται την αξιοπιστία του νομίσματος. Μόνο διατυπώντοντας ένα τέτοιο επιχείρημα θα μπορούσε να υποστηρίξει ότι τα οικονομικά αποτελούν από μόνα τους ένα πεδίο έρευνας των ανθρώπινων πραγμάτων με τις δικές του αρχές και νόμους –που σημαίνει, διακριτό απ’ αυτό της ηθικής ή της πολιτικής.
Αξίζει να παρουσιάσουμε λεπτομερώς το επιχείρημα του Σμιθ επειδή συνιστά, όπως υποστηρίζω, τον μεγάλο ιδρυτικό μύθο της επιστήμης των οικονομικών.
Ποια, αρχίζει διερωτώμενος, είναι η βάση της οικονομικής ζωής, στην πραγματικότητα; Είναι «μια ορισμένη προδιάθεση που υπάρχει στην ανθρώπινη φύση… η προδιάθεση να κάνουμε εμπορικές συναλλαγές, να ανταλλάσσουμε απευθείας, να ανταλλάσσουμε κάτι για κάτι άλλο…». Τα ζώα δεν το κάνουν αυτό. «Κανένας», παρατηρεί ο Σμιθ, «δεν είδε ποτέ δύο σκύλους να κάνουν μια δίκαιη και σκόπιμη ανταλλαγή ενός κόκαλου για ένα άλλο.»[viii] Αλλά οι άνθρωποι, αν αφεθούν μόνοι τους, θα αρχίσουν αναπότρεπτα να ανταλλάσσουν και να συγκρίνουν πράγματα. Απλούστατα, έτσι κάνουν οι άνθρωποι. Ακόμη και η λογική και η συζήτηση είναι στην ουσία μορφές ανταλλαγής, και όπως παντού, οι άνθρωποι επιδιώκουν πάντα ό,τι πιο επικερδές για τους ίδιους, το μεγαλύτερο δυνατό όφελος που μπορούν να αντλήσουν από μια ανταλλαγή.[ix]
Είναι αυτή η ενόρμηση της ανταλλαγής, με τη σειρά της, που δημιουργεί τον καταμερισμό της εργασίας στον οποίο οφείλεται κάθε ανθρώπινο επίτευγμα και πολιτισμός. Εδώ η σκηνή μετατίθεται σε άλλη μια απ’ αυτές τις μακρινές χώρες της φαντασίας των οικονομολόγων – στην οποία φαίνεται να κατοικεί ένα κράμα Ινδιάνων της Βόρειας Αμερικής και νομάδων βοσκών της Κεντρικής Ασίας:[x]


Σε μια φυλή κυνηγών ή βοσκών υπάρχει, για παράδειγμα, ένας συγκεκριμένος
άνθρωπος που κατασκευάζει τόξα και βέλη με μεγαλύτερη ευχέρεια
και επιδεξιότητα από κάθε άλλον. Τα ανταλλάσσει συχνά με τους συντρόφους
του για κρέας βοδιού ή ελαφιού· στο τέλος ανακαλύπτει ότι μπορεί
έτσι να αποκτήσει περισσότερο κρέας απ’ όσο θα έπιανε αν πήγαινε ο ίδιος
στους αγρούς, για να κυνηγήσει. Σκεπτόμενος το συμφέρον του, αρχίζει να
απασχολείται μόνο με την κατασκευή τόξων και βελών, για να γίνει σταδιακά
ένα είδος οπλουργού. Ένας άλλος υπερτερεί στην κατασκευή των ξύλινων
σκελετών και των σκεπών για τις μικρές τους καλύβες ή τα μεταφερόμενα
σπίτια τους. Έχει συνηθίσει να βοηθάει έτσι τους γείτονες του, οι οποίοι
τον ανταμείβουν παρομοίως με κρέας βοδιού ή ελαφιού, μέχρις ότου ανακαλύψει
ότι αυτό που τον συμφέρει είναι να αφιερωθεί αποκλειστικά σε αυτή
την απασχόληση και να γίνει ένα είδος μαραγκού. Με τον ίδιο τρόπο ένας
τρίτος γίνεται σιδεράς ή μαγκαλοποιός· ένας τέταρτος βυρσοδέψης ή κατασκευαστής
ναστοδερμάτων, που αποτελούν τη βάση ένδυσης των αγρίων…

Μόνο όταν εμφανίστηκαν εξειδικευμένοι κατασκευαστές τόξων, καλυβών κτλ., άρχισαν οι άνθρωποι να συνειδητοποιούν ότι υπάρχει πρόβλημα. Παρατηρείστε πως, όπως και με τόσα άλλα παραδείγματα, υπάρχει μια τάση να μεταβαίνουμε αθόρυβα από τους φανταστικούς άγριους σε καταστηματάρχες μικρών πόλεων.

Όταν όμως εμφανίστηκε για πρώτη φορά ο καταμερισμός της εργασίας,
ο τρόπος που λειτουργούσε αυτή η δύναμη της ανταλλαγής θα πρέπει συχνά
να συναντούσε εμπόδια και κωλύματα. Ας υποθέσουμε ότι κάποιος έχει
στη διάθεσή του μεγαλύτερο αριθμό ορισμένων εμπορευμάτων απ’ ό,τι ο
ίδιος χρειάζεται, ενώ κάποιος άλλος έχει μικρότερο. Ο πρώτος θα χαιρόταν
να ξεφορτωθεί ένα μέρος αυτού του πλεονάσματος και ο δεύτερος θα
χαιρόταν να το αποκτήσει. Αλλά αν ο δεύτερος δεν έχει κάτι που ο πρώτος
να χρειάζεται, τότε η ανταλλαγή είναι αδύνατη. Ο χασάπης διαθέτει περισσότερο
κρέας στο μαγαζί του απ’ όσο μπορεί ο ίδιος να καταναλώσει, και
ο ζυθοποιός και ο φούρναρης θέλουν λίγο. Αλλά δεν έχουν τίποτε να τους
προσφέρουν σε αντάλλαγμα…

Προκειμένου να αποφευχθεί η ταλαιπωρία παρόμοιων καταστάσεων, κάθε
συνετός άνθρωπος σε κάθε κοινωνική περίοδο, αφότου εγκαθιδρύθηκε για
πρώτη φορά ο καταμερισμός της εργασίας, προσπαθούσε φυσικά να τα φέρει
βόλτα έτσι ώστε να φέρει μαζί του κάθε στιγμή, εκτός απ’ το ιδιαίτερο
προϊόν της δικής του εργασίας, και μια ορισμένη ποσότητα κάποιου άλλου
εμπορεύματος, εκείνου που φανταζόταν πως λίγοι μονάχα άνθρωποι θα
αρνούνταν να ανταλλάξουν με το προϊόν της δικής τους εργασίας.
[xi]

 Έτσι, ο καθένας θα άρχιζε αναπόφευκτα να συγκεντρώνει κάτι που φανταζόταν ότι οι υπόλοιποι πιθανόν να θέλουν. Αυτό οδηγεί σ’ ένα παράδοξο, επειδή σ’ ένα ορισμένο σημείο, αντί να μειώνεται η αξία αυτού του αγαθού (επειδή οι πάντες έχουν ήδη από λίγο) αυξάνεται (επειδή μετατρέπεται, πρακτικά, σε νόμισμα):

Το αλάτι λέγεται ότι ήταν το πιο συνηθισμένο μέσο αγοραπωλησίας και
ανταλλαγών στην Αβησσυνία· κάποια είδη κοχυλιού σε μερικά μέρη των
ακτών της Ινδίας· παστοί μπακαλιάροι στη Νέα Γη· ο καπνός στη Βιρτζίνια·
η ζάχαρη σε μερικές από τις αποικίες μας στις Δυτικές Ινδίες· τομάρια ή ναστοδέρματα
σε μερικές άλλες χώρες· και υπάρχει μέχρι τις μέρες μας ένα
χωριό στη Σκωτία όπου δεν είναι ασυνήθιστο, όπως με πληροφορούν, να
πηγαίνει ένας εργάτης με πρόκες αντί για χρήματα στον φούρνο ή
στο ζυθοποιείο.
[xii]

Στο τέλος, φυσικά, τουλάχιστον όσον αφορά το εμπόριο μακρών αποστάσεων, όλα καταλήγουν στα πολύτιμα μέταλλα, καθώς είναι ιδανικά για νόμισμα, όντας ανθεκτικά, φορητά, και διαιρέσιμα δίχως τέλος σε ταυτόσημες αναλογίες.

Ποικίλα μέταλλα έχουν χρησιμοποιηθεί από διάφορες εθνότητες γι’ αυτό
τον σκοπό. Ο σίδηρος ήταν ένα συνηθισμένο μέσο αγοραπωλησίας μεταξύ
των αρχαίων Σπαρτιατών· ο χαλκός μεταξύ των αρχαίων Ρωμαίων· και ο
χρυσός και ο άργυρος μεταξύ όλων των εθνών που είναι πλούσια και
επιδίδονται σε εμπορικές δραστηριότητες.

Αυτά τα μέταλλα φαίνεται να χρησιμοποιήθηκαν αρχικά για αυτό τον σκοπό
με τη μορφή ακατέργαστων ράβδων, δίχως καμία σφραγίδα ή κοπή.

Η χρήση μετάλλων σ’ αυτή την ακατέργαστη κατάσταση αντιμετώπισε δύο
πολύ σημαντικές δυσκολίες· αρχικά το πρόβλημα του ζυγίσματος· και,
δευτερευόντως, το πρόβλημα του καραταρίσματός τους. Στα πολύτιμα
μέταλλα,όπου μια μικρή διαφορά στην ποσότητα κάνει μια μεγάλη διαφορά
στην αξία, για να τα ζυγίσει κανείς και μόνο, με τη δέουσα ακρίβεια,
χρειάζεται τουλάχιστον πολύ ακριβή αντίβαρα και ζυγαριές.
Το ζύγισμα του χρυσού συγκεκριμένα είναι μια επιχείρηση
εξαιρετικής λεπτότητας…
[xiii]

Είναι εύκολο να δούμε που το πάει. Το να χρησιμοποιεί κανείς άνισες μεταλλικές ράβδους είναι πιο εύκολο από τον αντιπραγματισμό, αλλά μήπως το να τυποποιήσει τις μονάδες –σφραγίζοντας, ας πούμε, πάνω σε κομμάτια μετάλλου ομοιόμορφες σημάνσεις που θα εγγυούνται το βάρος και το βαθμό καθαρότητάς τους, σε διάφορες ονομαστικές αξίες– δεν θα έκανε τα πράγματα ακόμη πιο εύκολα; Ασφαλώς θα τα έκανε, και έτσι γεννήθηκε η νομισματοκοπία. Είναι αλήθεια πως η έκδοση νομίσματος συνεπαγόνταν την εμπλοκή των κυβερνήσεων, καθώς συνήθως αυτές διηύθυναν τα νομισματοκοπεία· στην επίσημη εκδοχή της ιστορίας, όμως, οι κυβερνήσεις παίζουν μόνο αυτό τον περιορισμένο ρόλο –να εγγυώνται την αναγκαία ποσότητα χρημάτων– και συνήθως το κάνουν άσχημα, αφού, καθόλη τη διάρκεια της ιστορίας, υπήρξαν αδίστακτοι βασιλιάδες που έκλεβαν νοθεύοντας το νόμισμα και προκαλώντας πληθωρισμό και άλλα είδη πολιτικής αναταραχής σε κάτι που αρχικά ήταν ζήτημα απλής οικονομικής κοινής λογικής.
Είναι αποκαλυπτικό ότι αυτή η ιστορία έπαιξε ένα κρίσιμο ρόλο όχι μόνο στην ίδρυση της επιστήμης των οικονομικών, αλλά και στην ίδια την ιδέα ότι υπάρχει κάτι που λέγεται «οικονομία», που λειτουργεί με τους δικούς του κανόνες, ξέχωρα από την ηθική πολιτική ζωή, και το οποίο οι οικονομολόγοι μπορούν να θεωρούν ως πεδίο μελέτης τους. Η «οικονομία» εμφανίζεται εκεί όπου ενδίδουμε στη φυσική μας ροπή προς την ανταλλαγή και τον αντιπραγματισμό. Ακόμη και σήμερα παζαρεύουμε και ανταλλάσσουμε απευθείας. Θα το κάνουμε για πάντα. Το χρήμα είναι απλά το πιο αποτελεσματικό μέσο.
Οικονομολόγοι σαν τον Karl Menger και τον Stanley Jevons επεξεργάστηκαν περαιτέρω τις λεπτομέρειες αυτής της ιστορίας, προσθέτοντας κυρίως διάφορες μαθηματικές εξισώσεις, με σκοπό να αποδείξουν ότι ένα τυχαίο ανομοιογενές σύνολο ανθρώπων με τυχαίες επιθυμίες θα μπορούσε, θεωρητικά, να οδηγήσει στην εμφάνιση όχι μόνο ενός μοναδικού αγαθού που θα χρησίμευε ως χρήμα αλλά κι ενός ενιαίου συστήματος τιμών. Κατά τη διαδικασία αυτή, αντικατέστησαν τους αρχικούς όρους με κάθε λογής εντυπωσιακούς τεχνικούς όρους (για παράδειγμα οι «δυσχερείς περιστάσεις» έγιναν «κόστη συναλλαγής»). Το κρίσιμο, ωστόσο, είναι ότι πλέον αυτή η ιστορία έχει μετατραπεί σε απλή κοινή λογική για τους περισσότερους ανθρώπους. Τη διδάσκουμε στα παιδιά μέσα απ’ τα σχολικά βιβλία και τα μουσεία. Ο καθένας τη γνωρίζει. «Μια φορά κι ένα καιρό υπήρχε ο αντιπραγματισμός. Ήταν δύσκολος. Γι’ αυτό οι άνθρωποι εφηύραν το χρήμα. Μετά ήρθε η ανάπτυξη των τραπεζικών δραστηριοτήτων και της πίστωσης.» Πρόκειται για μια εντελώς απλή, ευθεία πρόοδο, μια διαδικασία προοδευτικής εξέλιξης και αφαίρεσης που έφερε την ανθρωπότητα, λογικά και αναπόδραστα, από την ανταλλαγή χαυλιόδοντων μαστόδοντα της Λίθινης Εποχής, στα χρηματιστήρια, τα αμοιβαία κεφάλαια υψηλού κινδύνου και τα τιτλοποιημένα παράγωγα.[xiv]
Αυτή η ιστορία βρίσκεται πραγματικά παντού. Όπου συναντάμε το χρήμα, συναντάμε και αυτή την ιστορία. Κάποια στιγμή, στην πόλη του Arivonimamo, στη Μαδαγασκάρη, είχα το προνόμιο να πάρω συνέντευξη από ένα Kalanoro, ένα μικροσκοπικό απόκοσμο πλάσμα που ένας μάγος-μέντιουμ της περιοχής ισχυριζόταν ότι κρατούσε κρυμμένο στο μπαούλο του σπιτιού του. Το πνεύμα ανήκε στον αδερφό μιας διαβόητης τοπικής τοκογλύφου, μιας αποκρουστικής γυναίκας με το όνομα Nordine, και για να είμαι ειλικρινής ήμουν πολύ απρόθυμος να συνδεθώ με τον οποιοδήποτε τρόπο με την οικογένεια, αλλά μερικοί απ’ τους φίλους μου επέμεναν – επειδή στο κάτω κάτω, ήταν ένα πλάσμα των αρχαίων χρόνων. Το πλάσμα μιλούσε πίσω από ένα προπέτασμα με μια μυστηριώδη απόκοσμη τρεμούλα.
Αλλά αυτό που το απασχολούσε περισσότερο ήταν να μιλήσει για το χρήμα. Στο τέλος, κάπως εκνευρισμένος από όλη αυτή τη φαρσοκομωδία, ρώτησα, «Λοιπόν, τι χρησιμοποιούσατε για χρήματα τότε, στους αρχαίους χρόνους, όταν ακόμη ζούσες;».
Η μυστηριώδης φωνή μου απάντησε αμέσως, «Όχι. Δεν χρησιμοποιούσαμε χρήματα. Στους αρχαίους χρόνους συνηθίζαμε να ανταλλάσσουμε εμπορεύματα απευθείας, το ένα για το άλλο…».

Η ιστορία αυτή βρίσκεται λοιπόν παντού. Είναι ο ιδρυτικός μύθος του δικού μας συστήματος οικονομικών σχέσεων. Έχει τόσο βαθιά εντυπωθεί στην κοινή λογική, ακόμη και σε μέρη όπως η Μαδαγασκάρη, που οι περισσότεροι άνθρωποι πάνω στη γη δεν μπορούν να διανοηθούν με ποιον άλλον τρόπο μπορεί να προέκυψε το χρήμα. Το πρόβλημα είναι ότι δεν έχουμε τεκμήρια που να πιστοποιούν την πραγματικότητα αυτής της ιστορίας, ενώ υπάρχουν πλήθος ενδείξεις για το αντίθετο.
Αιώνες τώρα, εξερευνητές πάσχιζαν να βρουν αυτή τη θρυλική γη του αντιπραγματισμού, χωρίς κανένας τους να τα κατεφέρει. Ο Άνταμ Σμιθ τοποθετεί την ιστορία του στους ιθαγενείς της Βόρειας Αμερικής (άλλοι προτιμούν την Αφρική ή τον Ειρηνικό). Μπορεί να ειπωθεί τουλάχιστον ότι την εποχή που έγραψε ο Σμιθ δεν μπορούσε κανείς να βρει στις σκωτσέζικες βιβλιοθήκες έγκυρες πληροφορίες για τα οικονομικά συστήματα των ιθαγενών της Αμερικής. Ως τα μέσα του αιώνα, όμως, οι περιγραφές των Έξι Εθνών των Ιροκέζων που μας έδωσε ο Lewis Henry Morgan, μεταξύ άλλων, δημοσιεύτηκαν ευρέως – και έκαναν ξεκάθαρο ότι ο βασικός οικονομικός θεσμός μεταξύ των εθνών των Ιροκέζων ήταν τα «μακριάσπίτια» [longhouses], όπου συσσωρεύονταν τα πιο πολλά αγαθά και κατόπιν διανέμονταν από τα συμβούλια των γυναικών, και ότι ποτέ κανένας δεν αντάλλαξε αιχμές βέλους για κομμάτια κρέατος. Το μόνο που έκαναν οι οικονομολόγοι ήταν να αγνοήσουν αυτή την πληροφορία.[xv]
Ο Stanley Jevons, για παράδειγμα, που έγραψε το 1871 ένα βιβλίο πάνω στις απαρχές του χρήματος που έμελλε να θεωρηθεί κλασικό, πήρε τα παραδείγματά του απευθείας απ’ τον Σμιθ, με τους Ινδιάνους να ανταλλάσσουν κρέας ελαφιού για δέρματα ταράνδου και κάστορα, και δεν χρησιμοποίησε τις πραγματικές περιγραφές της ινδιάνικης ζωής, που έκαναν ξεκάθαρο ότι ο Σμιθ τα είχε βγάλει απ’ το μυαλό του. Την ίδια περίπου εποχή, ιεραπόστολοι, τυχοδιώκτες, και αποικιοκράτες εξαπλώνονταν σ’ όλο τον κόσμο, πολλοί απ’ αυτούς κουβαλώντας μαζί τους αντίγραφα του βιβλίου του Σμιθ, με την προσδοκία να βρουν τη γη του αντιπραγματισμού. Κανένας δεν τη βρήκε. Αντί γι’ αυτό, ανακάλυψαν μια σχεδόν ατελείωτη ποικιλία οικονομικών συστημάτων. Ακόμη και σήμερα, δεν υπάρχει κάποιος που να έχει εντοπίσει ένα μέρος στον κόσμο όπου ο συνηθισμένος τρόπος οικονομικής συναλλαγής μεταξύ γειτόνων να παίρνει τη μορφή: «θα σου δώσω είκοσι κοτόπουλα για μια αγελάδα».
Το πιο έγκυρο ανθρωπολογικό σύγγραμμα πάνω στον αντιπραγματισμό, αυτό της Caroline Humphrey, απ’ το Cambridge, δεν θα μπορούσε να είναι πιο κατηγορηματικό στα συμπεράσματά του: «Κανένας ποτέ δεν περιέγραψε καθαρά και ξάστερα ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα οικονομίας αντιπραγματισμού, πόσο μάλλον της ανάδυσης του χρήματος απ’ αυτήν· όλη η διαθέσιμη εθνογραφία υποδεικνύει ότι κάτι τέτοιο δεν υπήρξε ποτέ».[xvi]
Τώρα, όλα αυτά δεν σημαίνουν ότι ο αντιπραγματισμός ήταν ανύπαρκτος – ή ακόμη ότι δεν εφαρμόστηκε ποτέ στην πράξη από το είδος των ανθρώπων τους οποίους ο Σμιθ αποκαλούσε «άγριους». Σημαίνει απλώς ότι δεν εφαρμόστηκε, όπως υπέθετε ο Σμιθ, μεταξύ συγχωριανών. Τις περισσότερες φορές λάμβανε χώρα μεταξύ αγνώστων, ακόμη και εχθρών. Ας αρχίσουμε με τους Nambikwara της Βραζιλίας. Φαίνεται να πληρούν όλα τα κριτήρια: είναι μια πρωτόγονη κοινωνία χωρίς αξιόλογο καταμερισμό εργασίας, οργανωμένη ανά μικρές ομάδες που συνήθως αριθμούν το πολύ εκατό ανθρώπους η καθεμία. Καμιά φορά, όταν μια ομάδα εντοπίζει τις εστίες μαγειρέματος μιας άλλης στη δική της περιοχή, στέλνει απεσταλμένους, για να διαπραγματευτούν μια συνάντηση με σκοπό την ανταλλαγή. Αν η προσφορά γίνει δεκτή, κρύβουν πρώτα τις γυναίκες και τα παιδιά τους στο δάσος και μετά προσκαλούν τους άνδρες της άλλης ομάδας στον καταυλισμό τους. Κάθε ομάδα έχει ένα αρχηγό· μόλις μαζευτούν όλοι, κάθε αρχηγός δίνει έναν επίσημο λόγο όπου εξυμνεί την άλλη ομάδα και μειώνει τη δική του· όλοι αφήνουν στην άκρη τα όπλα τους για να τραγουδήσουν και να χορέψουν μαζί – μολονότι ο χορός μιμείται την πολεμική σύγκρουση. Στη συνέχεια, μέλη και των δύο πλευρών προσεγγίζουν ο ένας τον άλλο για να ξεκινήσουν την ανταλλαγή:

Αν υπάρχει κάποιος που θέλει να αποκτήσει ένα αντικείμενο το εκθειάζει λέγοντας
πόσο ωραίο είναι. Αν ο άλλος, που το έχει στην κατοχή του, θεωρεί ότι αξίζει
πολλά και ζητά πολλά σε αντάλλαγμα, αντί να του πει ότι αξίζει, του λέει ότι
δεν είναι καλό, δείχνοντας του έτσι ότι θέλει να το κρατήσει. «Αυτό το τσεκούρι
δεν είναι καλό, είναι πολύ παλιό, δεν κόβει καλά»,θα του πει.
Αυτή η αντιπαράθεση συνεχίζεται σε υψηλούς τόνους μέχρις ότου φτά
σουν σ’ έναν διακανονισμό. Μόλις επιτευχθεί η συμφωνία, ο καθένας αρπάζει
το αντικείμενο από το χέρι του άλλου. Αν κάποιος αντάλλαξε ένα περιδέραιο,
αντί να το βγάλει και να το παραδώσει στον άλλο, θα πρέπει ο άλλος
να του το αποσπάσει με εμφανή βιαιότητα. Διενέξεις, που συχνά οδηγούν σε
καβγάδες, προκύπτουν όταν κάποιος βιαστεί λιγάκι να αρπάξει το
αντικείμενο πριν ο άλλος σταματήσει να επιχειρηματολογεί.
[xvii]

Η όλη υπόθεση καταλήγει σε μεγάλο φαγοπότι όπου εμφανίζονται ξανά οι γυναίκες, όμως αυτό μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα, καθώς, μέσα σε μια ατμόσφαιρα μουσικής και ανεβασμένου κεφιού, υπάρχουν άφθονες ευκαιρίες για ξελογιάσματα.[xviii] Προκύπτουν έτσι καμιά φορά καβγάδες ζηλοτυπίας. Ενίοτε, μπορεί να σκοτωθεί κανείς.
Ο αντιπραγματισμός, επομένως, παρόλα τα γιορταστικά του στοιχεία, εφαρμοζόταν στην πράξη μεταξύ ανθρώπων που θα μπορούσαν διαφορετικά να είναι εχθροί και που απέχουν ελάχιστα απ’ το να συγκρουστούν ανοιχτά και, αν πιστέψουμε τον εθνογράφο, αν η μία πλευρά έκρινε αργότερα ότι την εκμεταλλεύτηκαν, κάτι τέτοιο μπορούσε πολύ εύκολα να οδηγήσει σε πραγματικούς πολέμους.
Ας στρέψουμε τώρα την προσοχή μας στην άλλη άκρη του κόσμου, στην Western Arnhem Land της Αυστραλίας, όπου οι Gunwinggu φημίζονται ότι προσκαλούν τους γείτονές τους σε τελετουργικά αντιπραγματισμού που λέγονται dzamalag. Εδώ η απειλή της φυσικής βίας φαίνεται ακόμη πιο μακρινή. Αυτό οφείλεται εν μέρει στην ύπαρξη ενός συστήματος ημιφυλίων[xix] που εκτείνεται σ’ όλη την περιοχή, το οποίο διευκολύνει τα πράγματα: δεν επιτρέπεται σε κανέναν να παντρευτεί, ούτε καν να κάνει σεξ, με ανθρώπους του ημιφυλίου του, ασχέτως από που προέρχονται, αλλά οποιοσδήποτε του αντίθετου ημιφυλίου είναι πιθανός υποψήφιος. Επομένως, για έναν άνδρα, ακόμη και σε απόμακρες κοινότητες, οι μισές γυναίκες είναι αυστηρά απαγορευμένες, και οι άλλες μισές αποτελούν θεμιτό στόχο. Η περιοχή μοιράζεται άλλη μια τοπική ιδιαιτερότητα: κάθε ομάδα έχει το δικό της προϊόν για να ανταλλάξει απευθείας με τις υπόλοιπες.
Το παράθεμα που ακολουθεί είναι από μια περιγραφή ενός dzamalag, όπως το παρακολούθησε ένας ανθρωπολόγος ονόματι Ronald Berndt τη δεκαετία του 1940.
Και εδώ πάλι, το τελετουργικό ξεκινά όταν, έπειτα από μερικές αρχικές διαπραγματεύσεις, οι οικοδεσπότες προσκαλούν τους ξένους στον κύριο καταυλισμό τους. Οι επισκέπτες, σ’ αυτό το συγκεκριμένο παράδειγμα, φημίζονταν για τις «πολύτιμες λόγχες με τις πριονωτές αιχμές», ενώ οι οικοδεσπότες τους είχαν πρόσβαση σε ρουχισμό καλής ποιότητας από την Ευρώπη. Η ανταλλαγή αρχίζει όταν οι επισκέπτες, που αποτελούνταν τόσο από άνδρες όσο και από γυναίκες, μπαίνουν στον κυκλικό χώρο του καταυλισμού όπου γινόντουσαν οι χοροί και τρεις απ’ αυτούς αρχίζουν να ψυχαγωγούν τους οικοδεσπότες παίζοντάς τους μουσική. Δύο άνδρες βάζουν μπρος το τραγούδι και ένας τρίτος τους συνοδεύει στο didjeridu. Σύντομα, γυναίκες από τη μεριά των οικοδεσποτών πλησιάζουν και επιτίθενται στους μουσικούς:

Άνδρες και γυναίκες σηκώνονται και αρχίζουν να χορεύουν. Το dzamalag ξεκινά
όταν δύο γυναίκες Gunwinggu, αντίθετου ημιφυλίου απ’ αυτό των ανδρών
που τραγουδούν, «προσφέρουν dzamalag» στους τελευταίους. Χαρίζουν
σε κάθε άνδρα ένα ρούχο, μετά τον χτυπούν ή τον αγγίζουν, τον τραβούν στο
έδαφος, τον αποκαλούν σύζυγο στο dzamalag, και αστειεύονται μαζί του με
ερωτική διάθεση. Στη συνέχεια, μια άλλη γυναίκα, του αντίθετου ημιφυλίου
απ’ αυτό του άνδρα που παίζει το όργανο, προσφέρει στον τελευταίο ρούχα,
τον χτυπά και χαριεντίζεται μαζί του.
Αυτό θέτει σε κίνηση την ανταλλαγή dzamalag. Οι άνδρες από την ομάδα
των επισκεπτών κάθονται ήσυχα, ενώ οι γυναίκες του αντίθετου ημιφυλίου
έρχονται να τους προσφέρουν ρούχα, να τους χτυπήσουν, και να τους καλέσουν
για ζευγάρωμα· έχουν όση ελευθερία θέλουν με τους άνδρες, μέσα σε
μια ατμόσφαιρα διασκέδασης και επευφημιών, ενώ το τραγούδι και ο χορός
καλά κρατούν. Οι γυναίκες προσπαθούν να λύσουν τα υφάσματα που
καλύπτουν τα γεννητικά όργανα των ανδρών ή να αγγίξουν το πέος τους, και
μετά να τους απομακρύνουν από την «πίστα», για να συνουσιαστούν μαζί
τους. Οι άνδρες ακολουθούν, με μια επίδειξη απροθυμίας, τις ντάμες τους
στο dzamalag, για να ζευγαρώσουν στους θάμνους μακρυά από τις φωτιές
που άναψαν οι χορευτές. Μπορεί να δώσουν στις γυναίκες καπνό ή χάντρες.
Όταν οι γυναίκες επιστρέψουν, δίνουν μέρος αυτού του καπνού στους συζύγους
τους, οι οποίοι τις ενθάρρυναν να πάνε στο dzamalag. Οι σύζυγοι, με
τη σειρά τους, θα χρησιμοποιήσουν τον καπνό, για να πληρώσουν τις δικές
τους ντάμες στο dzamalag…»
[xx]

Στη συνέχεια, κάνουν την εμφάνισή τους κι άλλοι τραγουδιστές και μουσικοί, για να τους επιτεθούν και να τους τραβήξουν ξανά στους θάμνους· οι άνδρες ενθαρρύνουν τις γυναίκες τους «να μην ντρέπονται», προκειμένου να διατηρηθεί η φήμη της φιλοξενίας που έχουν οι Gunwinggu· στο τέλος οι άνδρες πηγαίνουν κι αυτοί προς τις συζύγους των επισκεπτών, προσφέροντάς τους ρούχα, χτυπώντας τις, και οδηγώντας τις στους θάμνους. Οι χάνδρες και ο καπνός κυκλοφορούν. Τελικά, μόλις όλοι οι συμμετέχοντες ζευγαρώσουν τουλάχιστον μια φορά, και οι φιλοξενούμενοι μείνουν ικανοποιημένοι απ’ τα ρούχα που απέκτησαν, οι γυναίκες σταματούν να χορεύουν και στέκονται σε δύο σειρές, ενώ οι επισκέπτες σχηματίζουν μια ουρά, για να τους το ανταποδώσουν.

Τότε οι άνδρες επισκέπτες του ενός ημιφυλίου χορεύουν προς τις γυναίκες
του αντίθετου ημιφυλίου, με σκοπό να τους «προσφέρουν dzamalag».
Κρατούν στον αέρα λόγχες με φαγωμένες τις αιχμές τους και κάνουν πως
λογχίζουν τις γυναίκες, αλλά στην πραγματικότητα τις χτυπούν με το επίπεδο
μέρος της λεπίδας. «Δεν θα σας λογχίσουμε, επειδή σας λογχίσαμε ήδη με
τα πέη μας.» Προσφέρουν τις λόγχες στις γυναίκες. Στη συνέχεια οι άνδρες
επισκέπτες του άλλου ημιφυλίου κάνουν το ίδιο με τις γυναίκες του αντίθετου
ημιφυλίου, προσφέροντάς τους λόγχες με οδοντωτές αιχμές. Έτσι τερματίζεται η τελετή,
της οποίας ακολουθεί μια μεγάλη διανομή φαγητού.
[xxi]

Αυτή η περίπτωση είναι εντελώς ακραία, αλλά οι ακραίες περιπτώσεις είναι αποκαλυπτικές. Αυτό που οι οικοδεσπότες Gunwinggu καταφέρνουν εδώ, λόγω των φιλικών σχέσεων που διατηρούν μεταξύ τους οι γειτονικοί λαοί στη Western Arnhem Land, είναι να πάρουν όλα τα στοιχεία του αντιπραγματισμού των Nambikwara (τη μουσική και τον χορό, την υποβόσκουσα εχθρότητα, τον ερωτικό ενθουσιασμό), και να τα μετατρέψουν σε ένα είδος γιορταστικού παιχνιδιού – ένα παιχνίδι με πιθανούς κινδύνους, αλλά (όπως τονίζει ο εθνογράφος) που όλοι οι συμμετέχοντες το διασκέδαζαν φοβερά.

Αυτό που έχουν κοινό όλες αυτές οι περιπτώσεις αντιπραγματισμού είναι ότι γίνονται μεταξύ αγνώστων, που το πιθανότερο είναι να μην ξανασυναντηθούν και να μην αναπτύξουν κάποια μόνιμη σχέση. Γι’ αυτόν τον λόγο, προσφέρεται η άμεση, είδος προς είδος ανταλλαγή: η κάθε πλευρά παίρνει αυτό που θέλει και στη συνέχεια φεύγει. Όλα γίνονται αφού πρώτα εγκαθιδρυθεί ένα πλέγμα κοινωνικότητας, με τη μορφή των κοινών απολαύσεων, της μουσικής και του χορού – η συνηθισμένη βάση κοινής ευθυμίας πάνω στην οποία κάθε ανταλλαγή πρέπει να στηρίζεται. Μετά ακολουθεί η πραγματική ανταλλαγή, στην οποία και οι δύο πλευρές εκφράζουν έντονα, με μια παιγνιώδη προσποιητή επιθετικότητα, τη λανθάνουσα εχθρότητα που αναπότρεπτα υπάρχει σε κάθε ανταλλαγή υλικών αγαθών μεταξύ ξένων –όπου κανένα μέρος δεν έχει κάποιο συγκεκριμένο λόγο να μην εκμεταλλευτεί το άλλο–, αν και στην περίπτωση των Nambikwara, όπου το πλέγμα της κοινωνικότητας είναι εξαιρετικά ασθενές, η προσποιητή επιθετικότητα διατρέχει συνεχώς τον κίνδυνο να εκτροχιαστεί σε πραγματική. Οι Gunwinggu, με την πιο χαλαρή τους στάση προς τη σεξουαλικότητα, έχουν καταφέρει ευφυώς να μετατρέψουν τις κοινές απολαύσεις και την επιθετικότητα στο ίδιο ακριβώς πράγμα.
Ανακαλέστε εδώ τη γλώσσα των εγχειριδίων οικονομίας: «Φανταστείτε μια κοινωνία δίχως χρήμα». «Φανταστείτε μια οικονομία αντιπραγματισμού». Ένα πράγμα που τα παραδείγματα αυτά κάνουν εντελώς ξεκάθαρο είναι το πόσο περιορισμένη είναι η φαντασία των περισσότερων οικονομολόγων.[xxii]
Ποιος είναι ο λόγος; Η πιο απλή απάντηση θα ήταν: για να μπορέσει ακόμα και να υπάρξει ένας επιστημονικός κλάδος όπως τα «οικονομικά», ο οποίος καταπιάνεται πρωτίστως με το πώς προσπαθούν οι άνθρωποι να συνάψουν την πλέον επωφελή συμφωνία όταν ανταλλάσσουν παπούτσια για πατάτες, ή ρούχα για λόγχες, θα πρέπει κανείς να θεωρεί ότι η ανταλλαγή τέτοιων αγαθών δεν έχει καμία σχέση με τον πόλεμο, το πάθος, την περιπέτεια, το μυστήριο, το σεξ ή το θάνατο. Τα οικονομικά προϋποθέτουν κάποιες διακριτές σφαίρες της ανθρώπινης συμπεριφοράς που, σε φυλές όπως οι Gunwinngu και οι Nambikwara, απλά δεν υφίστανται. Αυτές οι διαιρέσεις καθίστανται με τη σειρά τους δυνατές μέσω πολύ συγκεκριμένων θεσμικών διευθετήσεων: μέσω της ύπαρξης δικηγόρων, φυλακών και αστυνομίας, που διασφαλίζουν ότι ακόμη και αυτοί που δεν συμπαθούν και τόσο ο ένας τον άλλο, που δεν τους ενδιαφέρει να αναπτύξουν κάποια μόνιμη σχέση με τους άλλους, αλλά να απλώσουν όσο πιο πολύ μπορούν το χέρι τους στα υπάρχοντά τους, δεν θα χρειαστεί παρόλα αυτά να χρησιμοποιήσουν το πλέον κατάλληλο μέσο γι’ αυτό τον σκοπό, δηλαδή την κλοπή. Αυτό με τη σειρά του, μας οδηγεί στο να δεχθούμε ανεξέταστα ότι η ζωή μοιράζεται ξεκάθαρα ανάμεσα στην αγορά, όπου κάνουμε τα ψώνια μας, και στη «σφαίρα της κατανάλωσης», όπου ενδιαφερόμαστε για τη μουσική, τις γιορτές, και το ξελόγιασμα. Με άλλα λόγια, η οπτική του κόσμου που βρίσκεται στη βάση των οικονομικών εγχειριδίων, στην καθιέρωση της οποίας ο Άνταμ Σμιθ έπαιξε τόσο μεγάλο ρόλο, έχει γίνει σε τέτοιο μεγάλο βαθμό μέρος της κοινής μας λογικής, που είναι δύσκολο να σκεφτούμε οποιαδήποτε άλλη πιθανή διευθέτηση.

Μ’ αυτά τα παραδείγματα γίνεται σιγά σιγά σαφές το γιατί δεν υπάρχουν κοινωνίες που να βασίζονται αποκλειστικά και μόνο στον αντιπραγματισμό. Μια τέτοια κοινωνία θα μπορούσε να υπάρξει μόνο αν ο καθένας ήταν με το μαχαίρι στο λαρύγγι του άλλου, συνεχώς σε θέση βολής, δίχως όμως να χτυπάει ποτέ. Ισχύει ότι μερικές φορές οι άνθρωποι που ανταλλάσσουν απευθείας δεν θεωρούν ξένο ο ένας τον άλλον. Όμως, τις περισσότερες φορές πρόκειται για ανθρώπους που θα μπορούσαν να είναι ολότελα ξένοι, που σημαίνει, να μην μοιράζονται την ίδια αίσθηση υπευθυνότητας ή εμπιστοσύνης ή την επιθυμία να αναπτύξουν μόνιμες σχέσεις. Οι Pukhtun του βορείου Πακιστάν, για παράδειγμα, φημίζονται για την απλόχερη φιλοξενία τους. Ο αντιπραγματισμός είναι αυτό που κάνουν με εκείνους που δεν τους συνδέουν δεσμοί φιλοξενίας (ή συγγένειας, ή οτιδήποτε άλλο):

Ένας προσφιλής τρόπος ανταλλαγής μεταξύ των ανθρώπων είναι ο αντιπραγματισμός,
ή αλλιώς adal-badal (πάρε-δώσε). Οι άνθρωποι είναι πάντα
έτοιμοι να ανταλλάξουν κάποιο απ’ τα υπάρχοντά τους για κάτι καλύτερο.
Τις περισσότερες φορές ανταλλάσσουν πράγματα του ίδιου είδους: ένα ράδιο
για ένα άλλο ράδιο, γυαλιά για γυαλιά, ένα ρολόι για ένα άλλο ρολόι.
Μπορεί όμως να ανταλλάξουν και ανόμοια αντικείμενα, όπως, σε μια συγκεκριμένη π
ερίπτωση, ένα ποδήλατο για δύο γαϊδούρια. Το adal-badal εφαρμόζεται
στην πράξη πάντα ανάμεσα σε μη συγγενικά πρόσωπα και προσφέρει
στους άνδρες μεγάλη ευχαρίστηση στην προσπάθεια τους να εκμεταλλευτούν
το έτερο μέρος της ανταλλαγής. Μια καλή ανταλλαγή, όπου κάποιος
νιώθει ότι επωφελήθηκε στο μέγιστο από τη συμφωνία, γίνεται η αιτία
για να κομπάσει και να περηφανευτεί. Αν η ανταλλαγή είναι κακή, ο αποδέκτης
προσπαθεί να υπαναχωρήσει από τη συμφωνία ή, αν δεν τα καταφέρει,
να πασάρει το ελαττωματικό αντικείμενο σε κάποιον ανυποψίαστο. Ο καλύτερος
εταίρος στο adal-badal είναι κάποιος που βρίσκεται μακρυά και
που δεν έχει έτσι τη δυνατότητα να παραπονεθεί.
[xxiii]

Οι άνθρωποι με τέτοια ανήθικα κίνητρα δεν περιορίζονται στην Κεντρική Ασία. Τα κίνητρα αυτά φαίνεται να είναι εγγενή στην ίδια τη φύση του αντιπραγματισμού – πράγμα που θα μπορούσε να εξηγήσει το γεγονός ότι τον αιώνα ή δύο αιώνες πριν την εποχή του Σμιθ, οι αγγλικές λέξεις «truck and barter», όπως οι αντίστοιχές τους στα Γαλλικά, τα Ισπανικά, τα Γερμανικά, τα Ολλανδικά και τα Πορτογαλικά, σήμαιναν κυριολεκτικά «εξαπατώ, κοροϊδεύω, ή αισχροκερδώ».[xxiv] Το να ανταλλάσσεις απευθείας κάτι για κάτι άλλο και την ίδια στιγμή να κοιτάς πώς θα επωφεληθείς τα μέγιστα είναι, συνήθως, ο τρόπος που φερόμαστε σε αυτούς που δεν νοιαζόμαστε και δεν περιμένουμε να ξαναδούμε. Ποιος ο λόγος να μην προσπαθήσει κάποιος να εκμεταλλευτεί έναν τέτοιο άνθρωπο; Αν, από την άλλη πλευρά, νοιάζεσαι για κάποιον –έναν γείτονα, έναν φίλο– τόσο ώστε να θέλεις να έχεις μια τίμια και ειλικρινή ανταλλαγή, θα πρέπει να λάβεις υπόψη σου τις προσωπικές ανάγκες, τις επιθυμίες, και την κατάστασή του. Ακόμη και αν ανταλλάσσεις κάτι για κάτι άλλο μ’ έναν τέτοιο άνθρωπο, συνήθως το παρουσιάζεις σαν δώρο.

Για να εξηγήσω τι εννοώ, ας επιστρέψουμε στα εγχειρίδια οικονομίας και στο πρόβλημα της «αμφίπλευρης ζήτησης». Όταν αφήσαμε τον Henry, χρειαζόταν ένα ζευγάρι παπούτσια, όμως το μόνο που είχε ήταν μερικές σκόρπιες πατάτες. Ο Joshua είχε ένα παραπανίσιο ζευγάρι παπούτσια, αλλά δεν χρειαζόταν πραγματικά τις πατάτες. Καθώς το χρήμα δεν είχε ακόμη εφευρεθεί, υπήρχε πρόβλημα. Τι θα έπρεπε να κάνουν;
Το πρώτο πράγμα που σίγουρα έχει γίνει ξεκάθαρο έως τώρα είναι ότι χρειάζεται να ξέρουμε κάποια παραπάνω πράγματα για τον Joshua και τον Henry. Ποιοι είναι; Έχουν κάποια σχέση; Απ’ ό,τι φαίνεται, ζουν σε μια μικρή κοινότητα. Όποιοι άνθρωποι έχουν ζήσει στην ίδια μικρή κοινότητα έχουν σίγουρα κάποια περίπλοκη ιστορία μεταξύ τους. Είναι φίλοι, ανταγωνιστές, σύμμαχοι, εραστές, εχθροί ή κάποια απ’ αυτά ταυτοχρόνα;
Οι συγγραφείς του αρχικού παραδείγματος θεωρούν μάλλον ότι ο Henry και ο Joshua είναι γείτονες, της ίδιας πάνω κάτω κοινωνικής θέσης, που δεν συνδέονται στενά, αλλά διατηρούν φιλικές σχέσεις – που σημαίνει, όσο κοντύτερα στην ουδέτερη ισότητα μπορεί κανείς να φτάσει. Όμως αυτό δεν μας λέει κάτι. Αν ο Henry έμενε, για παράδειγμα, σ’ ένα «μακρύ σπίτι» των ινδιάνων Seneca και χρειαζόταν παπούτσια, ο Joshua δεν θα ανακατευόταν καν. Θα το έλεγε στη γυναίκα του, η οποία θα το συζητούσε με τις άλλες σεβάσμιες γυναίκες, και στη συνέχεια θα προμηθευόταν υλικά από τη συλλογική αποθήκη του «μακριού σπιτιού» για να του ράψει παπούτσια. Σε διαφορετική περίπτωση, για να βρούμε ένα σενάριο κατάλληλο για ένα φανταστικό εγχειρίδιο οικονομίας, μπορούμε να τοποθετήσουμε τον Joshua και τον Henry σε μια μικρή κοινότητα όπου όλοι γνωρίζονται, όπως είναι μια ομάδα Nambikwara ή Gunwinggu.

ΣΕΝΑΡΙΟ 1ο
Ο Henry πηγαίνει στον Joshua και του λέει, «Ωραία παπούτσια!»
Ο Joshua του απαντά «Ε, δεν είναι και τίποτα σπουδαίο, αλλά αφού σου
αρέσουν, τότε ορίστε, πάρ’ τα.»
Ο Henry παίρνει τα παπούτσια.
Για τις πατάτες του Henry δεν γίνεται καν λόγος, καθώς και οι δύο γνωρίζουν
πολύ καλά ότι αν o Joshua ξεμείνει ποτέ από πατάτες, ο Ηenry θα του
δώσει μερικές.

Αυτό είναι όλο. Φυσικά, δεν είναι σαφές, σ’ αυτή την περίπτωση, το πόσο ακριβώς θα καταφέρει ο Henry να κρατήσει τα παπούτσια. Εξαρτάται, ίσως, από το πόσο ωραία είναι. Αν είναι συνηθισμένα παπούτσια, θα μπορούσε να τελειώσει εκεί η ιστορία. Αν είναι κάπως μοναδικά ή όμορφα, ίσως να άλλαζαν συνεχώς πόδια. Υπάρχει μια γνωστή ιστορία, όπου ο John και η Lorna Marshall, που έκαναν μια μελέτη στους Βουσμάνους της ερήμου Καλαχάρι τη δεκαετία του ’60, έδωσαν κάποια στιγμή ένα μαχαίρι σ’ έναν από τους αγαπημένους πληροφοριοδότες τους. Έφυγαν και επέστρεψαν μετά από ένα χρόνο, για να ανακαλύψουν ότι το μαχαίρι είχε περάσει λίγο πολύ απ’ την κατοχή όλων όσων ήταν στην ομάδα στο διάστημα που μεσολάβησε. Από την άλλη πλευρά, αρκετοί Άραβες φίλοι με διαβεβαιώνουν ότι σε λιγότερο αυστηρά εξισωτικά πλαίσια υπάρχουν ορισμένοι που επωφελούνται απ’ αυτό. Αν ένας φίλος επαινέσει το βραχιόλι ή την τσάντα σου, αναμένεται από σένα να πεις: «Πάρτο» -αλλά αν δεν θες καθόλου να το δώσεις, μπορείς πάντα να πεις, «Ναι, όμορφο δεν είναι; Είναι δώρο.» Παρόλα αυτά, είναι ξεκάθαρο πως αυτό που έχουν στο μυαλό τους οι συγγραφείς του εγχειριδίου είναι μια ελαφρώς πιο απρόσωπη συναλλαγή. Φαίνεται να φαντάζονται τους δύο άνδρες σαν κεφαλές πατριαρχικών οίκων, με καλές σχέσεις, αλλά με τον καθένα να διατηρεί τις δικές του προμήθειες. Ίσως να ζουν σ’ ένα από αυτά τα χωριά της Σκωτίας που μένουν ο χασάπης και ο φούρναρης στα παραδείγματα του Άνταμ Σμιθ, ή σ’ ένα οικισμό αποικιοκρατών στη Νέα Αγγλία. Μόνο που για κάποιο λόγο δεν έχουν ποτέ ακούσει τίποτε για την ύπαρξη του χρήματος. Πρόκειται για ένα αλλόκοτο δημιούργημα της φαντασίας, αλλά ας δούμε τι μπορούμε να κάνουμε:

ΣΕΝΑΡΙΟ 2ο
Ο Henry πηγαίνει στον Joshua και του λέει, «Ωραία παπούτσια!».
Ή, καλύτερα –ας το κάνουμε λίγο πιο ρεαλιστικό–, η γυναίκα του Henry κουβεντιάζει
με αυτή του Joshua και της ξεφεύγει σκοπίμως ότι τα παπούτσια
του άνδρα της είναι σε άσχημη κατάσταση, τόσο άσχημη που διαμαρτύρεται
ότι βγάζει κάλους. Το μήνυμα διαβιβάζεται, και ο Joshua
έρχεται την άλλη μέρα για να προσφέρει ένα παραπανίσιο
ζευγάρι στον Henry σαν δώρο, επιμένοντας ότι κάνει
απλώς μια χειρονομία καλής γειτονίας και ότι δεν θα ήθελε πραγματικά τίποτε
σε αντάλλαγμα. Δεν έχει σημασία αν ο Joshua είναι ειλικρινής σ’ αυτό που λέει.
Με το να το πει, καταλογίζει μια πίστωση. Ο Henry του χρωστάει.
Πώς μπορεί ο Henry να ξεπληρώσει τη χάρη στον Joshua; Υπάρχουν άπειρες
δυνατότητες. Μπορεί ο Joshua να χρειάζεται όντως πατάτες. Ο Henry
θα περιμένει κάποιο διάστημα και μετά θα περάσει να του τις αφήσει, επιμένοντας
κι αυτός ότι του τις κάνει δώρο. Μπορεί ο Joshua να μην τις χρειάζεται
άμεσα και ο Henry να περιμένει μέχρι να τις χρειαστεί. Ή μπορεί, ένα
χρόνο μετά, να θέλει ο Joshua να κάνει ένα τσιμπούσι, οπότε να περάσει μια
βόλτα από την αυλή του Henry και να του πει: «ωραίο το γουρούνι σου…».

Σε κάθε ένα απ’ αυτά τα σενάρια, το πρόβλημα της «αμφίπλευρης ζήτησης», στο οποίο αναφέρονται ασταμάτητα τα εγχειρίδια οικονομίας, απλά εξαφανίζεται. Ο Henry μπορεί να μην έχει κάτι που να θέλει άμεσα ο Joshua. Αλλά, αν είναι γείτονες, είναι προφανώς θέμα χρόνου πριν θελήσει το οτιδήποτε. [xxv]
Αυτό με τη σειρά του σημαίνει ότι η ανάγκη συγκέντρωσης αντικειμένων,των οποίων η αξία αναγνωρίζεται ευρέως, όπως το εννοεί ο Σμιθ, εξαφανί-ζεται επίσης. Μαζί μ’ αυτή, εξαφανίζεται και η ανάγκη ανάπτυξης του νομίσματος. Όπως γίνεται σε πάρα πολλές πραγματικές μικρές κοινότητες, ο καθένας παρακολουθεί απλώς ποιος χρωστάει τι σε ποιον.
Ένα μόνο μείζον εννοιολογικό πρόβλημα υπάρχει εδώ – ένα πρόβλημα που ο προσεκτικός αναγνώστης έχει πιθανότατα ήδη προσέξει. O Henry «χρωστάει μια χάρη στον Joshua». Είναι υπόχρεος στον Joshua. Υπόχρεος ως προς τι; Τι του χρωστάει; Πώς ποσοτικοποιείς μια χάρη; Σε ποια βάση λες ότι τόσες πατάτες ή ένα γουρούνι τάδε μεγέθους είναι λίγο πολύ ισάξια μ’ ένα ζευγάρι παπούτσια; Επειδή, ακόμη κι αν αυτά τα πράγματα είναι χονδρικοί υπολογισμοί, θα πρέπει να βρεθεί κάποιος τρόπος για να κατοχυρώσουμε ότι το Χ είναι πάνω κάτω ισάξιο με το Υ ή ελαφρώς κατώτερης ή ανώτερης αξίας. Για να γίνει αυτό, δεν χρειάζεται κάτι σαν το χρήμα, τουλάχιστον υπό την έννοια μιας μονάδας υπολογισμού με τη βοήθεια της οποίας μπορούμε να συγκρίνουμε την αξία διαφορετικών αντικειμένων;

Στις περισσότερες οικονομίες δώρου, υπάρχει ένας αρκετά καλός τρόπος επίλυσης του προβλήματος. Θεσπίζει κανείς μια σειρά από ιεραρχικές τάξεις αντικειμένων ανά είδος. Τα γουρούνια και τα παπούτσια μπορεί να θεωρούνται αντικείμενα ίσης περίπου αξίας, να επιτρέπεται σε κάποιον να ανταλλάξει το ένα με το άλλο· τα κοραλλένια περιδέραια είναι τελείως διαφορετικό ζήτημα, θα πρέπει κανείς να τα ανταλλάξει μ’ ένα άλλο περιδέραιο ή τουλάχιστον μ’ ένα άλλο κόσμημα – οι ανθρωπολόγοι συνηθίζουν να λένε γι’ αυτές τις τάξεις ότι δημιουργούν «σφαίρες ανταλλαγής».[xxvi] Πράγματι, αυτό απλοποιεί κατά κάποιο τρόπο τα πράγματα. Όταν ο διαπολιτισμικός αντιπραγματισμός γίνεται τακτική και κοινή υπόθεση, τείνει να λειτουργεί σύμφωνα με ορισμένες αρχές: δεν μπορείς να ανταλλάξεις παρά μόνο ορισμένα πράγματα για ορισμένα άλλα (ρούχα για λόγχες, για παράδειγμα), πράγμα που κάνει εύκολο να τεθούν σε εφαρμογή τα παραδοσιακά ισοδύναμα. Ωστόσο, αυτό δεν μας βοηθά καθόλου με το πρόβλημα των απαρχών του χρήματος. Στην πραγματικότητα, το κάνει απείρως δυσκολότερο. Γιατί να συσσωρεύσεις αλάτι, χρυσό ή ψάρι, αν μπορείς να τα ανταλλάξεις μονάχα με κάποια συγκεκριμένα πράγματα και όχι με άλλα;
Πράγματι, υπάρχουν λόγοι να πιστεύουμε ότι ο αντιπραγματισμός δεν είναι ένα ιδιαίτερα αρχαίο φαινόμενο, αλλά ότι έχει πραγματικά εξαπλωθεί μόνο στους νεώτερους χρόνους. Σίγουρα, στις περισσότερες περιπτώσεις που γνωρίζουμε, ο αντιπραγματισμός εφαρμόζεται στην πράξη μεταξύ ανθρώπων εξοικειωμένων με τη χρήση του χρήματος, που, για τον ένα ή τον άλλο λόγο, δεν διαθέτουν και πολύ απ’ αυτό. Τα πιο σύνθετα συστήματα αντιπραγματισμού εμφανίζονται συνήθως μετά την κατάρρευση εθνικών οικονομιών: πιο πρόσφατα στη Ρωσία του ’90, και αργότερα στην Αργεντινή, το 2002 περίπου, όταν τα ρούβλια στην πρώτη περίπτωση και τα δολάρια στη δεύτερη πρακτικά εξαφανίστηκαν.[xxvii] Περιστασιακά, μπορεί να κάνει την εμφάνισή του κάποιο είδος χρήματος: είναι γνωστό, για παράδειγμα, ότι οι τρόφιμοι των στρατοπέδων συγκέντρωσης και πολλών φυλακών χρησιμοποιούσαν τσιγάρα για χρήματα, προς μεγάλη χαρά και ενθουσιασμό των επαγγελματιών οικονομολόγων.[xxviii] Αλλά κι σ’ αυτή την περίπτωση μιλάμε για ανθρώπους που μεγάλωσαν χρησιμοποιώντας χρήματα και τώρα πρέπει να τα βγάλουν πέρα δίχως αυτά – ακριβώς η κατάσταση που «φαντάζονται» τα εγχειρίδια οικονομίας με τα οποία ξεκίνησα.
Η πιο συχνή λύση είναι η υιοθέτηση ενός είδος πιστωτικού συστήματος. Όταν μεγάλο μέρος της Ευρώπης «επέστρεψε στον αντιπραγματισμό» μετά την κατάρρευση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, και τότε πάλι μετά την κατάρρευση της Καρολίγγειας Αυτοκρατορίας, αυτό φαίνεται να συνέβη. Οι άνθρωποι συνέχισαν να κρατούν λογαριασμούς στο παλιό νόμισμα της αυτοκρατορίας, ακόμη κι αν δεν χρησιμοποιούσαν πλέον νομίσματα.[xxix] Παρομοίως, οι άνδρες Pukhtun, που συνηθίζουν να ανταλλάσσουν ποδήλατα για γαϊδούρια γνωρίζουν μια χαρά τη χρήση του χρήματος. Προτιμούν απλώς την άμεση ανταλλαγή μεταξύ ίσων – σ’ αυτή την περίπτωση, επειδή το θεωρούν πιο ανδροπρεπές.[xxx] Το πιο εντυπωσιακό είναι ότι ακόμη και στα παραδείγματα του Άνταμ Σμιθ όπου οι άνθρωποι χρησιμοποιούν ψάρια, πρόκες ή καπνό αντί για χρήματα, το ίδιο πράγμα συνέβαινε. Στα χρόνια που ακολούθησαν τη δημοσίευση του Πλούτου των Εθνών, υπήρξαν ακαδημαϊκοί που ήλεγξαν τα περισσότερα απ’ αυτά τα παραδείγματα και ανακάλυψαν ότι σε κάθε σχεδόν περίπτωση οι άνθρωποι στους οποίους αναφερόντουσαν ήταν αρκετά εξοικειωμένοι με τη χρήση του χρήματος, και για την ακρίβεια, χρησιμοποιούσαν χρήματα – σαν μέσο υπολογισμού.[xxxi] Πάρτε το παράδειγμα του παστού μπακαλιάρου που υποτίθεται ότι χρησιμοποιούσαν για χρήμα στη Νέα Γη του Καναδά. Όπως έδειξε ο Βρετανός διπλωμάτης A. Mitchell-Innes πριν ένα αιώνα σχεδόν, αυτό που περιγράφει ο Σμιθ είναι στην πραγματικότητα μια πλάνη, δημιουργημένη από ένα απλό πιστωτικό διακανονισμό:

Στις απαρχές της αλιευτικής βιομηχανίας της Νέας Γης, δεν κατοικούσε
εκεί μόνιμος ευρωπαϊκός πληθυσμός· οι ψαράδες πήγαιναν μόνο για την
αλιευτική περίοδο και όσοι δεν ήταν ψαράδες ήταν έμποροι που αγόραζαν το
παστό ψάρι και πουλούσαν καθημερινές προμήθειες στους ψαράδες. Οι
τελευταίοι πουλούσαν την ψαριά τους στους εμπόρους σε τιμή αγοράς υπολογισμένη
σε λίρες, σελίνια και πένες, και οι έμποροι τους έδιναν σε αντάλλαγμα
μια πίστωση που κατέγραφαν στα τεφτέρια τους, με την οποία οι
ψαράδες πλήρωναν για τις προμήθειές τους. Τα υπόλοιπα που όφειλαν, οι
έμποροι τα ξεπλήρωναν με επιταγές στην Αγγλία ή την Γαλλία.
[xxxii]

Το ίδιο ακριβώς γινόταν και στο σκωτσέζικο χωριό. Δεν είναι ότι ο καθένας πήγαινε στ’ αλήθεια στην τοπική παμπ, ακουμπούσε μια ταβανόπροκα και ζητούσε ένα μισόλιτρο μπύρα. Οι εργοδότες την εποχή του Σμιθ δεν έβρισκαν συνήθως αρκετό χρήμα, για να πληρώσουν τους εργάτες τους· οι μισθοί μπορεί να καθυστερούσαν έναν χρόνο ή και περισσότερο· στο μεσοδιάστημα, θεωρούταν φυσιολογικό να παίρνουν μαζί τους μερικά από τα ίδια τους τα προϊόντα ή τα εναπομείναντα υλικά της δουλειάς, ξύλα, υφάσματα, σπάγγους κτλ. Οι πρόκες ήταν εκ των πραγμάτων τόκος σ’ αυτό που τους όφειλαν οι εργοδότες τους. Πήγαιναν έτσι στην παμπ, άνοιγαν ένα λογαριασμό και όταν το επέτρεπαν οι συνθήκες, έφερναν μια τσάντα πρόκες, για να εξοφλήσουν τα χρωστούμενα. Ο νόμος που θέσπισε τον καπνό ως νόμιμο χρήμα στη Βιρτζίνια ήταν, απ’ ό,τι φαίνεται, μια προσπάθεια των εποίκων καλλιεργητών να αναγκάσουν τους τοπικούς χονδρέμπορους να δεχθούν τα προϊόντα τους ως πίστωση κατά την εποχή της συγκομιδής.
Ουσιαστικά, ο νόμος υποχρέωσε όλους τους χονδρέμπορους της Βιρτζίνια να γίνουν μεσάζοντες στο εμπόριο καπνού, είτε το ήθελαν είτε όχι· ακριβώς όπως οι χονδρέμποροι των Δυτικών Ινδιών αναγκάστηκαν να γίνουν μεταπωλητές ζάχαρης, επειδή όλοι οι πιο πλούσιοι πελάτες τους τούς πήγαιναν ζάχαρη προκειμένου να εξοφλήσουν τα χρέη τους.
Στα αρχικά παραδείγματα, επομένως, οι άνθρωποι έφτιαχναν πρόχειρα πιστωτικά συστήματα, επειδή το φυσικό χρήμα –τα χρυσά και αργυρά νομίσματα– βρίσκονταν σε έλλειψη. Αλλά το πιο οδυνηρό πλήγμα στη συμβατική εκδοχή της οικονομικής ιστορίας ήρθε με την αποκρυπτογράφηση των αιγυπτιακών ιερογλυφικών, αρχικά, και έπειτα της μεσοποταμιακής σφηνοειδούς γραφής, που επεξέτεινε την ακαδημαϊκή γνώση της γραπτής ιστορίας σχεδόν τρεις χιλιετίες πιο πίσω από την περίοδο των ομηρικών επών (περίπου 800 π.Χ.), όπου βρισκόταν την εποχή του Σμιθ, στο 3500 π.Χ. περίπου. Εκείνο που αποκάλυψαν αυτά τα κείμενα ήταν ότι αυτά ακριβώς τα πιστωτικά συστήματα προηγήθηκαν χιλιάδες χρόνια της εφεύρεσης της νομισματοκοπίας.
Το μεσοποταμιακό σύστημα έχει καταγραφεί καλύτερα, περισσότερο από αυτό της Φαραωνικής Αιγύπτου (που φαίνεται παρόμοιο), της Κίνας των Shang (για την οποία γνωρίζουμε ελάχιστα) ή του πολιτισμού της κοιλάδας του Ινδού (για τον οποίο δεν γνωρίζουμε απολύτως τίποτε). Για την ακρίβεια, γνωρίζουμε πολλά πράγματα για τη Μεσοποταμία, καθώς η συντριπτική πλειοψηφία των σφηνοειδών εγγράφων ήταν λογιστικού τύπου.
Στην οικονομία των Σουμερίων δέσποζαν τεράστια συγκροτήματα ναών και παλατιών, που επανδρώνονταν συχνά από χιλιάδες ανθρώπους: ιερείς και αξιωματούχους, τεχνίτες που δούλευαν στα βιοτεχνικά εργαστήρια, αγρότες και βοσκούς που δούλευαν στα αρκετά μεγάλα τσιφλίκια.

Αν και η αρχαία Σουμερία διαιρείτο κανονικά σ’ ένα μεγάλο αριθμό ανεξάρτητων πόλεων-κρατών, μέχρι την εποχή που σηκώνεται η αυλαία στον πολιτισμό της Μεσοποταμίας γύρω στο 3500, οι επικεφαλής των Ναών φαίνεται να είχαν προλάβει να αναπτύξουν ένα μοναδικό, ενιαίο σύστημα λογιστικής – που επιβιώνει μέχρι σήμερα κατά κάποιο τρόπο, επειδή στους Σουμέριους είναι που οφείλουμε πράγματα όπως η ντουζίνα ή η ημέρα των εικοτεσσάρων ωρών.[xxxiii] Η βασική νομισματική μονάδα ήταν ο αργυρός σίγλος. Το βάρος ενός σίγλου σε άργυρο θεσπίστηκε ως το ισοδύναμο ενός gur, ή αλλιώς ενός μοδιού κριθαριού. Ένας σίγλος υποδιαιρείτο σε 60 minas, που αντιστοιχούσαν σε μια μερίδα κριθαριού – με τη λογική ότι υπάρχουν 30 μέρες το μήνα και οι εργάτες του Ναού έπαιρναν δύο μερίδες κριθαριού κάθε μέρα. Είναι εύκολο να δούμε ότι το «χρήμα» με αυτή την έννοια δεν είναι κατά κανένα τρόπο αποτέλεσμα επαγγελματικών συναλλαγών. Το δημιούργησαν βασικά γραφειοκράτες, για να παρακολουθούν τις προσόδους και για να καλύψουν τις ανάγκες της μεταφοράς των αντικειμένων ανάμεσα στα διάφορα τμήματα.
Οι γραφειοκράτες του Ναού χρησιμοποιούσαν το σύστημα, για να υπολογίσουν τις οφειλές (ενοίκιο, τέλη, δάνεια…) σε άργυρο. Ο άργυρος ήταν, στην πράξη, χρήμα. Και κυκλοφορούσε όντως σε ακατέργαστα κομμάτια, «ακατέργαστες ράβδους», όπως το έθεσε ο Σμιθ.[xxxiv] Σ’ αυτό είχε δίκιο. Όμως αυτό ήταν σχεδόν το μόνο σωστό πράγμα στην αφήγησή του. Ένας λόγος που το χρήμα είχε αυτή τη μορφή ήταν ότι ο άργυρος δεν κυκλοφορούσε και τόσο.
Ο περισσότερος βρισκόταν απλώς στα θησαυροφυλάκια του Ναού και του Παλατιού, και ένα μέρος του παρέμενε προσεκτικά φυλαγμένο στο ίδιο μέρος για χιλιάδες χρόνια στην κυριολεξία. Θα μπορούσαν πολύ εύκολα να τυποποιήσουν τις ράβδους, να τις σφραγίσουν, να δημιουργήσουν κάποιο έγκυρο σύστημα που θα εξασφάλιζε τη γνησιότητά τους. Η τεχνολογία υπήρχε. Παρόλα αυτά, κανείς δεν θεωρούσε ότι υπάρχει κάποια συγκεκριμένη ανάγκη για κάτι τέτοιο. Ένα λόγος ήταν ότι, ενώ τα χρέη υπολογίζονταν σε άργυρο, δεν ήταν απαραίτητο να εξοφληθούν σε άργυρο – για την ακρίβεια, μπορούσε κανείς να τα εξοφλήσει σχεδόν με οτιδήποτε είχε πρόχειρο. Οι αγρότες που όφειλαν χρήματα στο Ναό ή το Παλάτι, ή σε κάποιον αξιωματούχο του Ναού ή του Παλατιού, εξοφλούσαν τα χρέη τους κυρίως με κριθάρι, γι’ αυτό ήταν τόσο σημαντικό να προσδιοριστεί η αναλογία άργυρου και κριθαριού.
Όμως, θα μπορούσαν κάλλιστα να εμφανιστούν με κατσίκες, έπιπλα ή ημιπολύτιμους λίθους lapis lazuli. Οι Ναοί και τα Παλάτια ήταν τεράστιες βιοτεχνικές επιχειρήσεις – μπορούσαν να βρουν μια χρήση σχεδόν για τα πάντα.[xxxv] Στις αγορές που έκαναν την εμφάνισή τους στις πόλεις της Μεσοποταμίας, οι τιμές υπολογίζονταν και πάλι σε άργυρο, και οι τιμές των εμπορευμάτων που δεν ελέγχονταν εξ ολοκλήρου από τους Ναούς και τα Παλάτια έτειναν να αυξομειώνονται σύμφωνα με την προσφορά και τη ζήτηση. Αλλά ακόμη κι εδώ, οι ενδείξεις που έχουμε στη διάθεσή μας δείχνουν ότι οι περισσότερες συναλλαγές βασίζονταν στην πίστωση. Οι χονδρέμποροι (που μερικές φορές δούλευαν για τους Ναούς, και μερικές άλλες λειτουργούσαν ανεξάρτητα) ήταν απ’ τους λίγους που χρησιμοποιούσαν συχνά στις συναλλαγές τους άργυρο· αλλά ακόμη κι αυτοί τις περισσότερες τις έκαναν κυρίως με πίστωση, καθώς και οι κοινοί άνθρωποι όταν αγόραζαν ζύθο από τις «ζυθοπώλισσες» ή τους τοπικούς χανιτζήδες, και πάλι, το έκαναν ανοίγοντας έναν λογαριασμό, που θα εξοφλούταν την εποχή του θερισμού με κριθάρι ή με οτιδήποτε άλλο είχαν διαθέσιμο.[xxxvi]
Σ’ αυτό το σημείο, κάθε σχεδόν όψη της συμβατικής ιστορίας των απαρχών του χρήματος έχει καταρριφθεί. Σπανίως έχει μια ιστορική θεωρία διαψευσθεί τόσο κατηγορηματικά και συστηματικά. Από τις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα, τα πάντα ήταν στη θέση τους για να ξαναγραφτεί η ιστορία του χρήματος. Οι βάσεις είχαν μπει από τον Mitchell-Innes, στον οποίο παρέπεμψα προηγουμένως για το ζήτημα του μπακαλιάρου, σε δύο δοκίμια που δημοσιεύτηκαν στην επιθεώρηση Banking Law Journal της Νέας Υόρκης το 1913 και το 1914. Σ’ αυτά, ο Mitchell-Innes εξέθεσε τεκμηριωμένα τις εσφαλμένες παραδοχές στις οποίες βασίστηκε η υπάρχουσα οικονομική ιστορία και ισχυρίστηκε ότι αυτό που πραγματικά χρειαζόμασταν ήταν μια ιστορία του χρέους:

Μια από τις βασικές πλάνες αναφορικά με το εμπόριο είναι ότι το μέσο εξοικονόμησης
χρημάτων που ονομάστηκε πίστωση πρωτοεμφανίστηκε στη νεοτερική εποχή
και ότι, πριν γενικευθεί η χρήση του, όλες οι αγορές γίνονταν
με μετρητά, με άλλα λόγια με νομίσματα. Μια προσεκτική εξέταση δείχνει το
ακριβώς αντίθετο. Τις παλιότερες εποχές τα νομίσματα έπαιζαν πολύ μικρότερο
ρόλο στις εμπορικές συναλλαγές απ’ ό,τι σήμερα. Στην πραγματικότητα,
η ποσότητα των νομισμάτων ήταν τόσο μικρή που δεν επαρκούσε ούτε καν για
τις ανάγκες ενός [Μεσαιωνικού Αγγλικού] Βασιλικού Οίκου και των γαιών του,
που χρησιμοποιούσαν συνήθως υποκατάστατα νομισμάτων διαφόρων ειδών
για τις μικρές πληρωμές. Τόσο ασήμαντα ήταν πραγματικά τα νομίσματα,
που οι Βασιλιάδες δεν δίσταζαν μερικές φορές να τα αποσύρουν από την κυκλοφορία
προκειμένου να τα ξανακόψουν και να τα ξαναεκδόσουν, δίχως αυτό
να επηρεάζει τις εμπορικές συναλλαγές.
[xxxvii]

Στην πραγματικότητα, η συμβατική αφήγηση της νομισματικής ιστορίας κινείται αντίστροφα. Δεν ξεκινήσαμε με τον αντιπραγματισμό, στη συνέχεια ανακαλύψαμε το χρήμα, και στο τέλος αναπτύξαμε πιστωτικά συστήματα. Το ακριβώς αντίθετο συνέβη. Αυτό που τώρα αποκαλούμε «εικονικόχρήμα» προηγήθηκε. Τα νομίσματα ήρθαν πολύ αργότερα και η χρήση τους εξαπλώθηκε ακανόνιστα, δίχως ποτέ να αντικαταστήσει εξ ολοκλήρου τα πιστωτικά συστήματα. Ο αντιπραγματισμός, με τη σειρά του, φαίνεται να είναι εν πολλοίς ένα είδος απροσχεδίαστου παραπροϊόντος της χρήσης του νομίσματος ή του χαρτονομίσματος: ιστορικά, είναι κυρίως αυτό που κάνουν οι άνθρωποι που έχουν ήδη συνηθίσει τις χρηματικές συναλλαγές, όταν για τον ένα ή τον άλλο λόγο δεν έχουν πρόσβαση σε χρήμα.

Το περίεργο είναι ότι αυτή η νέα ιστορία δεν γράφτηκε ποτέ. Δεν είναι ότι κάποιος οικονομολόγος διέψευσε τον Mitchell-Innes. Απλώς τον αγνόησαν. Τα εγχειρίδια δεν άλλαξαν την ιστορία τους – παρά το γεγονός ότι όλες οι ενδείξεις έκαναν ξεκάθαρο ότι ήταν απλώς λάθος. Οι άνθρωποι γράφουν ακόμη ιστορίες του χρήματος που δεν είναι στην πράξη τίποτε άλλο παρά ιστορίες του νομίσματος, υποθέτοντας ότι αυτά τα δύο στο παρελθόν αναγκαστικά ταυτίζονταν· οι περίοδοι που τα νομίσματα στην πλειονότητά τους εξαφανίστηκαν περιγράφονται ακόμη σαν εποχές όπου η οικονομία «επέστρεψε στον αντιπραγματισμό», λες και είναι αυταπόδεικτο το νόημα αυτής της φράσης, ακόμη κι αν κανείς δεν ξέρει τι πράγματι σημαίνει. Γι’ αυτόν τον λόγο, δεν έχουμε σχεδόν την παραμικρή ιδέα, ας πούμε, για το πώς ο κάτοικος μιας ολλανδικής πόλης το 950 μ.Χ. πήγαινε να αγοράσει τυρί ή κουτάλια ή νοίκιαζε μουσικούς, για να παίξουν στον γάμο της κόρης του – ούτε λόγος για το πώς γινόταν αυτό συνηθώς στην Pemba ή την Σαμαρκάνδη.[xxxviii]

[i] Case, Fair, Gärtner, και Heather 1996: 564.
[ii] ό.π.
[iii] Begg, Fischer και Dornbuch (2005: 384)· Maunder, Myers, Wall και Miller (1991: 310)· Parkin και King (1995: 65).
[iv] Stiglitz και Driffill 2000: 521.
[v] Αριστοτέλης Πολιτικά Α.9,1257
[vi] Δεν είναι επίσης ξεκάθαρο αν ο Αριστοτέλης όντως αναφέρεται εδώ στον αντιπραγματισμό.Ο όρος που χρησιμοποιούσε ήταν μετάδοσις, που στις μέρες του σήμαινε συνήθως «κοινή χρήση» ή «μοιρασιά». Από τον Σμιθ και μετά, ο όρος μεταφραζόταν συνήθως ως «αντιπραγματισμός», αλλά όπως έχει προ πολλού επισημάνει ο Karl Polanyi (1957 α: 93), η απόδοση αυτή είναι μάλλον ανακριβής, εκτός κι αν ο Αριστοτέλης εισηγήθηκε μια εντελώς καινούργια σημασία του όρου. Οι θεωρητικοί των απαρχών του ελληνικού χρήματος, από τον Laum (1924) μέχρι τον Seaford (2004),έχουν τονίσει ότι τα έθιμα που ίσχυαν στη μοιρασιά των αγαθών (όπως, για παράδειγμα, οι λείες του πολέμου και το κρέας των θυσιών) έπαιξαν μάλλον κρίσιμο ρόλο στην ανάπτυξη του ελληνικού χρήματος. Για μια κριτική της αριστοτελικής παράδοσης, που ισχυρίζεται ότι ο Αριστοτέλης μιλούσε για αντιπραγματισμό, βλ. Fahazmanesh 2006.
[vii] Βλ. Jean-Michel Servet (1994, 2001) για αυτή τη φιλολογία. Ο Servet σημειώνει επίσης ότι κατά τον δέκατο όγδοο αιώνα οι περιγραφές αυτές εξαφανίστηκαν αιφνιδίως, για να αντικατασταθούν από αμέτρητες περιγραφές «πρωτόγονου αντιπραγματισμού» στην Ωκεανία, την Αφρική και την Αμερική.
[viii] Ο Πλούτος των Εθνών, 1.2, 1-2. Όπως θα δούμε, η πρόταση έχει πιθανότατα αντληθεί από πολύ παλιότερες πηγές.
[ix] «Αν έπρεπε να διερωτηθούμε για την αρχή του ανθρώπινου νου στην οποία θεμελιώνεται αυτή η προδιάθεση της ανταλλαγής, αυτή δεν θα ήταν άλλη απ’ τη φυσική τάση της πειθούς που υπάρχει στον καθένα μας. Το να προσφέρεις σε κάποιον ένα σελίνι, μια πράξη που φαίνεται να έχει τόσο πεζό και απλοϊκό νόημα, σημαίνει στην πραγματικότητα να προσπαθείς να τον πείσεις να πράξει σύμφωνα μ’ αυτό που επιτάσσει το συμφέρον του» (Lectures on Jurisprudence, 56). Είναι εντυπωσιακό να παρατηρεί κανείς ότι η αντίληψη που υποστηρίζει πως στη βάση των διανοητικών μας λειτουργιών βρίσκεται η ανταλλαγή, και ότι αυτό εκφράζεται τόσο στη γλώσσα (με τη μορφή της ανταλλαγής των λέξεων) όσο και στην οικονομία (με τη μορφή ανταλλαγής υλικών αγαθών), ανάγεται στον Σμιθ. Οι περισσότεροι ανθρωπολόγοι την αποδίδουν στον Claude Levi-Strauss (1963: 296).
[x] Η αναφορά στους βοσκούς παραπέμπει σε άλλα μέρη του κόσμου. Αλλού, όμως, τα παραδείγματα που δίνει, όπως η ανταλλαγή ελαφιού για κάστορα, κάνουν ξεκάθαρο ότι αυτό που έχει στο μυαλό του είναι οι βορειοανατολικές, δασώδεις περιοχές της Βόρειας Αμερικής.
[xi] Ο Πλούτος των Εθνών, Ι.4.2.
[xii] Ο Πλούτος των Εθνών, Ι.4.3.
[xiii] Ο Πλούτος των Εθνών, Ι.4.7.
[xiv] Η ιδέα μιας ιστορικής ακολουθίας από τον αντιπραγματισμό στο χρήμα και από εκεί στην πίστωση εμφανίζεται για πρώτη φορά στις διαλέξεις ενός Ιταλού τραπεζίτη εν ονόματι Bernardo Davanzati(1529-1606. Βλέπε Waswo 1996). Η ανάπτυξή της με τη μορφή αναλυτικής θεωρίας έγινε από Γερμανούς ιστορικούς της οικονομίας: από τον Bruno Hildebrand (1864), ο οποίος υποστήριξε την ύπαρξη ενός προϊστορικού σταδίου αντιπραγματισμού, ενός αρχαίου σταδίου νομισματοκοπίας, και στη συνέχεια, μετά από μια υποστροφή στον αντιπραγματισμό κατά τον Μεσαίωνα, ενός νεότερου σταδίου πιστωτικής οικονομίας. Η ιδέα αυτή έγινε κανόνας στο έργο του μαθητή του, Karl Bücher (1907). Η ακολουθία αυτή έχει μετατραπεί σήμερα σε καθολικά αποδεκτή κοινή λογική, και επανεμφανίζεται τουλάχιστον υπόρρητα στον Μαρξ και πιο ρητά στον Simmel – και πάλι, παρά το γεγονός ότι σχεδόν όλη η μεταγενέστερη ιστορική έρευνα απέδειξε τον εσφαλμένο χαρακτήρα της.
[xv] Παρόλο που έκανε εντύπωση σε πολλούς. Η δουλειά του Morgan συγκεκριμένα (1851, 1877,1881), ο οποίος έδινε έμφαση τόσο στην κοινοκτημοσύνη, όσο και στην εξαιρετική σημασία των γυναικών, με τα συμβούλιά τους να ελέγχουν εν πολλοίς την οικονομική ζωή, εντυπωσίασε σε τέτοιο μεγάλο βαθμό πολλούς ριζοσπάστες στοχαστές –συμπεριλαμβανομένων των Μαρξ και Ένγκελς– που έγινε η βάση ενός αντι-μύθου, του πρωτόγονου κομμουνισμού και της πρωτόγονης μητριαρχίας.
[xvi] Η Anne Chapman (1980) προχωράει ακόμη πιο πέρα στην αντίθετη κατεύθυνση, παρατηρώντας ότι αν ορίζαμε τον καθαρό αντιπραγματισμό ως κάτι που αφορά μόνο την απευθείας ανταλλαγή αντικειμένων και όχι μια διαφορετική ρύθμιση των ανθρωπίνων σχέσεων, δεν είναι σαφές αν υπήρξε ποτέ. Βλ. επίσης Heady 2005
[xvii] Levi-Strauss 1943.
[xviii] Θα πρέπει να φανταστούμε πόσο έντονος θα πρέπει να ήταν ο πειρασμός της σεξουαλικής ποικιλίας, επειδή οι νεαροί άνδρες και οι νεαρές γυναίκες περνούσαν όλο σχεδόν το χρόνο τους μαζί με μια δεκαριά συνομήλικούς τους.
[xix] [Σ.τ.Ε.] Ημιφύλιο (moiety) είναι ένας ανθρωπολογικός όρος που περιγράφει το χωρισμό σε δυο ομάδες μιας κοινότητας ανθρώπων, στη βάση της μονογραμμικής τους καταγωγής. Τα άτομα που ανήκουν σε ένα ημιφύλιο, δηλαδή, έλκουν την καταγωγή τους μόνο από το σόι του πατέρα ή μόνο από το σόι της μητέρας. Στη συντριπτική τους πλειοψηφία, τα ημιφύλια είναι εξωγαμικά, δηλαδή άτομα που ανήκουν σε αυτά υποχρεώνονται να παντρευτούν μόνο με άτομα από το αντίθετο ημιφύλιο.
[xx] Berndt 1951: 161, βλέπε και Gudeman 2001: 124-25, ο οποίος κάνει μια ανάλυση αρκετά κοντινή με τη δική μου.
[xxi] Berndt 1951: 162.
[xxii] Αν και, όπως θα παρατηρήσουμε αργότερα, δεν ισχύει ακριβώς ότι οι διεθνείς επαγγελματικές συναλλαγές σήμερα δεν περιλαμβάνουν ποτέ μουσική, χορό, ναρκωτικά, ακριβοπληρωμένες πόρνες ή την πιθανότητα της βίας. Για ένα τυχαίο παράδειγμα με έμφαση στα τελευταία δύο, βλ.Perkins 2005.
[xxiii] Lindholm 1982: 116.
[xxiv] Ο Servet 2001: 20-21 σταχυολογεί ένα τεράστιο πλήθος παρόμοιων όρων.
[xxv] Το επιχείρημα είναι τόσο προφανές που είναι εντυπωσιακό το ότι δεν έχει δοθεί περισσότερη έμφαση σ’ αυτό. Ο μοναδικός κλασικός οικονομολόγος που γνωρίζω, ο οποίος έχει λάβει υπόψη του την πιθανότητα οι αναβολές της πληρωμής για το μέλλον να καθιστούν αχρείαστο τον αντιπραγματισμό, είναι ο Ralph Hawtrey (1928: 2, παρετίθεται στο Einzig 1949: 375). Οι υπόλοιποι υποθέτουν απλά, δίχως κάποιο συγκεκριμένο λόγο, ότι όλες οι ανταλλαγές, ακόμη και μεταξύ γειτόνων, δεν μπορούν παρά να είναι αυτό που οι οικονομολόγοι αρέσκονται να αποκαλούν «επιτόπιες συναλλαγές .».
[xxvi] Bohannan 1955, Barth 1969. Βλέπε Munn 1986, Akin και Robbins 1998. Μια καλή σύνοψη της έννοιας μπορεί να βρει κανείς στο Gregory 1982: 48-49. Ο Gregory δίνει ως παράδειγμα τους ορεινούς Παπούα της Νέας Γουινέας που είχαν ένα σύστημα έξι τάξεων αγαθών, με τους ζωντανούς χοίρους και τους καζουάριους στην κορυφή, τα «κρεμαστά από όστρακο με μάργαρο, τα πλαϊνά του χοιρινού, τους λίθινους πέλεκεις, τα καπέλα με φτερά καζουάριου, τους κεφαλόδεσμους από όστρακα κυπραίας» στη δεύτερη, και ούτω καθεξής. Τα πιο κοινά αντικείμενα κατανάλωσης ανήκουν στις τελευταίες δυο, οι οποίες περιλαμβάνουν τα σπάνια φαγητά και τα φαγητά που είχαν ως κύριο συστατικό τους τα βασικά λαχανικά, αντιστοίχως.
[xxvii] Βλ. Servet 1998, Humphries 1985.
[xxviii] Το κλασικό δοκίμιο εδώ είναι το Radford 1945
[xxix] Τον δέκατο έβδομο αιώνα, τουλάχιστον, αποκαλούσαν τις παλιές ονομαστικές αξίες των καρολίγγειων νομισμάτων «φανταστικό χρήμα» – κανείς δεν σταμάτησε, στα 800 χρόνια που μεσολάβησαν, να χρησιμοποιεί λίρες, σελίνια, και πένες (ή λίβρες, δηνάρια και sous) παρά το γεγονός ότι κατά το μεγαλύτερο διάστημα αυτής της περιόδου τα πραγματικά νομίσματα ήταν εντελώς διαφορετικά ή δεν υπήρχαν καν (Einaudi 1936).
[xxx] Άλλα παραδείγματα όπου ο αντιπραγματισμός συνυπάρχει με το χρήμα: Orlove 1986, Barnes και Barnes 1989.
[xxxi] Ένα από τα μειονεκτήματα του να γίνει το βιβλίο σου κλασικό είναι ότι θα υπάρξουν συχνά άνθρωποι που θα κάτσουν να ελέγξουν αυτά τα παραδείγματα. (Ένα από τα πλεονεκτήματα είναι ότι ακόμη κι αν ανακαλύψουν ότι έσφαλες, θα συνεχίσουν ούτως ή άλλως να σε παραθέτουν σαν αυθεντία.)
[xxxii] Innes 1913: 378. Συνεχίζει παρατηρώντας: «Ένας γρήγορος συλλογισμός δείχνει ότι είναι αδύνατο να χρησιμοποιηθεί ένα βασικό αγαθό σαν χρήμα, επειδή, ex hypothesi, όλα τα μέλη της κοινότητας μπορούν να έχουν από κοινού πρόσβαση στο μέσο της ανταλλαγής. Έτσι, αν οι ψαράδες πλήρωναν για τις προμήθειές τους με μπακαλιάρο, οι έμποροι θα πρέπει αντιστοίχως να πληρώνουν τον μπακαλιάρο με μπακαλιάρο, κάτι που είναι εμφανής παραλογισμός».
[xxxiii] Οι ναοί φαίνεται να προηγήθηκαν· τα παλάτια, που άρχισαν με τον καιρό να γίνονται όλο και σημαντικότερα, ανέλαβαν το διοικητικό σύστημά τους.
[xxxiv] Ο Σμιθ δεν έβλεπε όνειρα: ο τρέχων τεχνικός όρος για αυτές τις ράβδους είναι «hacksilber» (πχ. Balmuth 2001).
[xxxv] Σύγκρινε Grierson 1977: I7 για παραλληλισμούς με την Αίγυπτο
[xxxvi] Π.χ. Hudson 2002: 25, 2004: 114
[xxxvii] Innes 1913: 381
[xxxviii] Το μνημειώδες βιβλίο Money and Its Use in Medieval Europe (1988) του Peter Spufford, που αφιερώνει εκατοντάδες σελίδες στην εξόρυξη χρυσού και αργύρου, στα ορυχεία, και στην υποβάθμιση του νομίσματος, κάνει μόνο δύο ή τρεις μνείες σε διάφορα υποκατάστατα του χρήματος από μολύβι ή δέρμα ή σε μικρούς πιστωτικούς διακανονισμούς με τους οποίους οι κοινοί άνθρωποι πραγματοποιούσαν, απ’ ό,τι φαίνεται, τη συντριπτική πλειοψηφία των καθημερινών συναλλαγών τους. Γι’ αυτά, λέει, «δεν μπορούμε να γνωρίζουμε σχεδόν τίποτε». (1988:336). Ένα ακόμη πιο ακραίο παράδειγμα είναι οι ράβδοι καταγραφής (tally sticks), για τις οποίες θα ακούσουμε αρκετά: η χρήση των ράβδων καταγραφής αντί του χρήματος ήταν εκτεταμένη κατά το Μεσαίωνα, αλλά δεν έχει υπάρξει σχεδόν καμία συστηματική έρευνα επί του θέματος, ειδικά εκτός Αγγλίας.

Πηγή: provo.gr

FacebookTwitterGoogle+PinterestWordPressBlogger PostPrint